Ο δράστης, που παρομοιάστηκε με τον Φέιγκιν, τον διαβόητο εγκληματία του Ντίκενς, διηύθυνε ένα δίκτυο ανήλικων κλεφτών, κυρίως κοριτσιών, ορισμένα από τα οποία ήταν μόλις 10 ετών. Σύμφωνα με την αστυνομία, η δράση της συμμορίας απέφερε κατά μέσο όρο 25.000 ευρώ την ημέρα.
Όπως έγινε γνωστό στο δικαστήριο του Παρισιού, αν τα τρομοκρατημένα παιδιά δεν παρέδιδαν αρκετά χρήματα, τα ξυλοκοπούσαν, τα έκαιγαν ή τα κακοποιούσαν σεξουαλικά, γράφει ο Guardian.
Ο Χαμίντοβιτς, αρχηγός μιας οικογένειας Ρομά βοσνιακής καταγωγής, και τα ενήλικα μέλη της οικογένειας ζούσαν πολυτελή ζωή: φορούσαν επώνυμα ρούχα, διέμεναν σε ξενοδοχεία πέντε αστέρων, έτρωγαν σε ακριβά εστιατόρια, οδηγούσαν πολυτελή αυτοκίνητα και επιδείκνυαν τα χρήματά τους στο καζίνο.
Αντίθετα, τα κορίτσια «φιλοξενούνταν» σε φτηνά ξενοδοχεία ή σε εγκαταλελειμμένα κτίρια.
Επτά μέλη του κυκλώματος (τέσσερις άνδρες και τρεις γυναίκες) δικάστηκαν για εμπορία ανθρώπων, οργανωμένες κλοπές, διαφθορά ανηλίκων, ξέπλυμα χρήματος και σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, στο πλαίσιο αυτού που οι ερευνητές περιγράφουν ως διεθνές δίκτυο πορτοφολάδων που δρα σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες.
Το δικαστήριο επέβαλε στον Χαμίντοβιτς τη μέγιστη ποινή των οκτώ ετών φυλάκισης και πρόστιμο 500.000 ευρώ. Η σύζυγός του, Λέιλα, καταδικάστηκε σε έξι χρόνια φυλάκισης και πρόστιμο 300.000 ευρώ. Δύο γιοι του ζευγαριού, ένας ανιψιός και δύο γυναίκες συγγενείς καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης από πέντε έως επτά χρόνια, καθώς και σε χρηματικά πρόστιμα.
Σε όλους επιβλήθηκε επίσης η υποχρέωση να απελαθούν και να τους απαγορευτεί η είσοδος στη Γαλλία μετά την αποφυλάκισή τους.
Για τους αστυνομικούς που ερευνούν το δίκτυο Χαμίντοβιτς εδώ και δεκαετίες, η υπόθεση προκάλεσε ένα έντονο αίσθημα déjà vu.
Τότε, ο επικεφαλής της δικαστικής αστυνομίας του Παρισιού, Κριστιάν Φλας, είχε δηλώσει: «Είναι σαν να έχουμε διαλύσει μια εντελώς μεσαιωνική δομή».
Μετά την καταδίκη του Φέχμι Χαμίντοβιτς το 2013 σε επτά χρόνια φυλάκισης, ο ανιψιός του Ρομπέρτο ανέλαβε τον έλεγχο του κυκλώματος, το οποίο θεωρείται ότι ευθυνόταν για έως και το 75% των κλοπών στο Μετρό του Παρισιού.
Στο δικαστήριο, ωστόσο, ο Ρομπέρτο Χαμίντοβιτς υποστήριξε ότι ήταν έμπορος μεταχειρισμένων αυτοκινήτων και κέρδιζε από 2.000 έως 5.000 ευρώ τον μήνα.
Οι ανήλικοι πορτοφολάδες είχαν οδηγίες να λένε στην αστυνομία ότι ήταν 12 ετών – δηλαδή έναν χρόνο κάτω από το όριο ποινικής ευθύνης στη Γαλλία – με αποτέλεσμα οι αστυνομικοί να υποχρεώνονται να τους αφήνουν ελεύθερους.
Η εισαγγελέας περιέγραψε την καθημερινότητα των κοριτσιών ως ιδιαίτερα «δύσκολη και επώδυνη». «Παιδιά χωρίς ρίζες, χωρίς μέλλον, των οποίων οι γονείς μερικές φορές δεν γνωρίζουν καν την ημερομηνία γέννησής τους», είπε.
Σύχναζαν κοντά σε ΑΤΜ, περίμεναν τους πελάτες να πληκτρολογήσουν τον κωδικό PIN και στη συνέχεια τους περικύκλωναν και τους έκλεβαν χρήματα και πορτοφόλια.
Ο Χαμίντοβιτς και η σύζυγός του εκτιμάται ότι συγκέντρωσαν περίπου 2 εκατ. ευρώ, μεγάλο μέρος των οποίων φέρεται να είναι κρυμμένο στο εξωτερικό. Το ζευγάρι περνούσε μέρος του χρόνου του στο παραθαλάσσιο θέρετρο Πούλα της Κροατίας.
Ο γιος του, Ρομπέρτο τζούνιορ, ένα από τα 13 παιδιά της οικογένειας, μεγάλωσε στη Ρώμη υπό τη φροντίδα της γιαγιάς του και μετακόμισε στη Γαλλία σε ηλικία 14 ετών. Όπως και τα αδέλφια του, δεν πήγαινε τακτικά στο σχολείο. Τα περισσότερα μέλη της οικογένειας δεν μπορούν να διαβάσουν ή να γράψουν.
Ο ίδιος και η σύζυγός του, Αλεσάντρα, έχουν έναν τρίχρονο γιο, τον… Αλ Καπόνε, ο οποίος μεγαλώνει με νταντά στη Βοσνία, σύμφωνα με τη Le Monde. Η εφημερίδα ανέφερε ότι ο Χαμίντοβιτς τζούνιορ είπε στους ερευνητές ότι δεν έπινε αλκοόλ, ωστόσο διαπιστώθηκε ότι είχε ξοδέψει 1.420 ευρώ για δύο μπουκάλια σαμπάνιας σε νυχτερινό κέντρο του Παρισιού, προκειμένου να γιορτάσει την αποφυλάκιση του αδελφού του, Γκόραν.

