Η συκιά, ή επιστημονικά Ficus carica, είναι φυλλοβόλος θάμνος ή δέντρο. Οι δύο βασικοί τύποι συκιάς είναι η άγρια και η θηλυκή συκιά.

Η αγροσυκιά ή αρρενοσυκιά είναι δένδρο μόνοικο, διότι οι ταξιανθίες του περιέχουν και αρσενικά και θηλυκά άνθη. Τα σύκα τους ωριμάζουν 3 φορές/έτος, δεν είναι όμως φαγώσιμα. Η θηλυκή ή ήμερη συκιά, ή ημεροσυκιά, είναι δένδρο δίοικο, διότι έχει μόνο θηλυκά άνθη και οι καρποί της είναι βρώσιμοι.

Το σύκο είναι ένας μαλακός και σαρκώδης καρπός, ο οποίος ωριμάζει από τον Αύγουστο μέχρι τον Σεπτέμβριο.

Η συκιά είναι ιθαγενές της Κύπρου, αλλά είναι πιο κοινό ως καλλιεργούμενο με μεγάλο αριθμό ποικιλιών, σε υψομετρικό εύρος 0-1.400 μ.

Όσον αφορά τις ποικιλίες της ημεροσυκιάς, ξεπερνούν τις εξακόσιες και διαχωρίζονται ανάλογα με τον αριθμό παραγωγών ανά έτος (μονόφορες, πολύφορες), το χρώμα της επιδερμίδας τους (λευκό, μαύρο) και τον προορισμό τους (νωπά, αποξηραμένα ή διπλής κατεύθυνσης).

Το δέντρο της συκιάς χρησιμοποιείται συχνά για τους καρπούς του και πιο σπάνια ως καλλωπιστικό. Τα νωπά σύκα είναι πλούσια σε σάκχαρα, πρωτεΐνες, βιταμίνες (Α, Β1, Β2, C), μεταλλικά στοιχεία (κάλιο, ασβέστιο, φώσφορο) και αντιοξειδωτικές ουσίες, ενώ στα αποξηραμένα τριπλασιάζεται η θρεπτική τους αξία. Γι’ αυτό και οι ορειβάτες, πεζοπόροι κουβαλάνε πάντα μαζί τους ξηρά σύκα, καθώς η κατανάλωσή τους τούς παρέχει άμεσα την ενέργεια που χρειάζονται.

Γενικά, η συκιά είναι δέντρο που αντέχει στους ανέμους και το ξύλο της δεν καίγεται εύκολα από τη φωτιά. Καλλιεργείται σε πολλές χώρες του κόσμου και αποτελεί ένα πολύ κοινό δέντρο στην Ασία, τη Μέση Ανατολή και τις μεσογειακές χώρες.

Η καλλιέργειά της ανάγεται στους προϊστορικούς χρόνους. Στο Παρίσι έχουν εντοπιστεί απολιθώματα φύλλων και απανθρακωμένα σύκα από την Πλειστόκαινο εποχή της Τεταρτογενούς Περιόδου.

Στον ελλαδικό χώρο, η συκιά άρχισε να καλλιεργείται πριν από την Ομηρική εποχή και αποτελούσε σύμβολο της γονιμότητας και του Διονύσου, του οποίου προσωνύμιο ήταν και το «Συκίτης». Η αξία των καρπών της ήταν πολύ σημαντική, γι’ αυτό και η εξαγωγή τους απαγορευόταν και προσφερόταν αμοιβή σε όσους έδιναν πληροφορίες για εμπόρους σύκων, οι οποίοι ονομάζονταν «συκοφάνται». Επειδή, όμως, μερικοί κατηγορούσαν ψευδώς, η λέξη απέκτησε αργότερα αρνητική σημασία.

Μερικές γνωστές ποικιλίες σύκων της Κύπρου είναι τα πράσινα, τα βάρτικα, τα βαζανάτα, τα λαϊτζανά, τα αντελούνικα, τα σμυρναίικα, τα λευκαρίτικα, τα κοτσινιά και οι ματζίλες.


Έρευνα-Παρουσίαση:
Δρ Ανδρέας Χατζηχαμπής & Δρ Δήμητρα Παρασκευά-Χατζηχαμπή, Βιολόγοι – Περιβαλλοντολόγοι, Κυπριακό Κέντρο Περιβαλλοντικής Έρευνας και Εκπαίδευσης (www.kykpee.org) Ιεράς Μητρόπολης Λεμεσού