Η κίσσα με το επιστημονικό όνομα Garrullus glandarius, είναι πτηνό που ανήκει στην οικογένεια των κορακιδών της τάξης των στρουθιόμορφων. Στην Κύπρο απαντάται το ενδημικό υποείδος Garrullus glandarius glazneri.

Είναι ένα μικρού μεγέθους πουλί, του οποίου το μήκος κυμαίνεται από 32 ως 35 εκ. Τα βασικά χρώματα του φτερώματός του είναι το ανοιχτό καφέ, το ρόδινο και το γκρίζο. Χαρακτηριστικό στοιχείο των γκριζόμαυρων φτερών είναι οι γαλαζωπές κηλίδες.

Η κίσσα είναι ένα δασόβιο πουλί και μπορεί να τη συναντήσει κανείς στο Δάσος της Πάφου και του Τροόδους και γενικά σε δασώδεις περιοχές με υψόμετρο πέραν των 900 μ.

Γεννά την άνοιξη 4-6 πρασινωπά αυγά με καφετιά στίγματα σε φωλιές που φτιάχνει σε δέντρα ή θάμνους. Ο επωασμός διαρκεί γύρω στις 16 μέρες, ενώ συνεχίζει να φροντίζει του νεοσσούς για περίπου 20-23 μέρες μέχρι να είναι σε θέση να πετάξουν.

Εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι οι κίσσες είναι πολύ καλοί μίμοι και μπορούν εύκολα να μιμηθούν τη φωνή άλλων ζώων όπως μιας γάτας ή ενός άλλου είδους πουλιού.

Είναι σχεδόν παμφάγο πουλί, αφού η τροφή του αποτελείται κυρίως από βελανίδια αλλά και έντομα, ώριμα φρούτα, κάστανα, βατόμουρα, πατάτες και κάποτε από αυγά και νεοσσούς άλλων πουλιών.

Οι κίσσες θεωρείται ότι συμβάλλουν στη διάδοση των φυσικών περιοχών με δρύες λόγω της συνήθειάς τους να θάβουν τα βελανιδιά. Έχει υπολογιστεί ότι μια και μόνο κίσσα θα μπορούσε να «φυτέψει» μέχρι και 3.000 βελανίδια σε έναν μόνο μήνα.


Έρευνα-Παρουσίαση:
Δρ Ανδρέας Χατζηχαμπής & Δρ Δήμητρα Παρασκευά-Χατζηχαμπή, Βιολόγοι – Περιβαλλοντολόγοι,

Κυπριακό Κέντρο Περιβαλλοντικής Έρευνας και Εκπαίδευσης (www.kykpee.org) Ιεράς Μητρόπολης Λεμεσού