Η σημερινή αναμένεται να είναι η τελευταία ημέρα επιχειρήσεων των δύο κυπριακών πυροσβεστικών αεροσκαφών που συμμετέχουν στην κατάσβεση των μεγάλων πυρκαγιών στη Γαλλία, ενώ εφόσον δεν υπάρξει επιδείνωση της κατάστασης, η διαδικασία επιστροφής τους στην Κύπρο θα αρχίσει αύριο, όπως δήλωσε στο ΚΥΠΕ ο Εθνικός Συντονιστής Πολιτικής Προστασίας, Αρχιπύραρχος, Νίκος Λογγίνος.
Όπως ανέφερε ο κ. Λογγίνος, τα δύο πτητικά μέσα που απέστειλε η Κύπρος «έχουν συμβάλει σε πολύ μεγάλο βαθμό τόσο στην καταστολή του ενεργού μετώπου της πυρκαγιάς όσο και στην αντιμετώπιση των αναζωπυρώσεων».
«Σήμερα φαίνεται να είναι η τελευταία ημέρα που θα παραμείνουν τα πτητικά μέσα. Αν όλα εξελιχθούν ομαλά, θα επιχειρήσουν και σήμερα και αύριο θα ξεκινήσει η διαδικασία επιστροφής τους στην Κύπρο, εκτός αν αλλάξουν δραματικά οι συνθήκες και υπάρξουν νέες οδηγίες από την Πολιτική Προστασία της Γαλλίας», ανέφερε.
Όπως είπε, τα κυπριακά αεροσκάφη επιχειρούν σε περιοχή της νοτιοδυτικής Γαλλίας, με βάση το αεροδρόμιο του Περπινιάν, το οποίο απέχει περίπου 40 χιλιόμετρα από το πύρινο μέτωπο.
Σε ό,τι αφορά την επιχειρησιακή ετοιμότητα της Κύπρου, ο Αρχιπύραρχος διαβεβαίωσε ότι η χώρα παραμένει σε πλήρη ετοιμότητα, παρά την αποστολή των δύο αεροσκαφών στη Γαλλία.
«Είμαστε σε ετοιμότητα και σε εγρήγορση 24 ώρες το 24ωρο. Στην Κύπρο παραμένουν έντεκα πτητικά μέσα, ενώ υπάρχουν και εκείνα των Βάσεων, τα οποία μπορούν να εμπλακούν στις επιχειρήσεις κατάσβεσης», είπε.
Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι η αποτελεσματικότητα της αεροπυρόσβεσης δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τον αριθμό των εναέριων μέσων, αλλά και από παράγοντες όπως η ένταση των ανέμων, η μορφολογία του εδάφους, η βλάστηση, η θερμοκρασία και η σχετική υγρασία.
Όπως σημείωσε, ακόμη και σε χώρες όπως η Γαλλία και η Ισπανία, όπου επιχειρούν περισσότερα από 100 πτητικά μέσα, υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες οι πυρκαγιές παραμένουν ιδιαίτερα δύσκολο να τεθούν υπό έλεγχο.
Αναφερόμενος στον τρόπο λειτουργίας του ευρωπαϊκού μηχανισμού rescEU, ο κ. Λογγίνος εξήγησε ότι όταν μια χώρα αντιμετωπίζει σοβαρές πυρκαγιές, υποβάλλει αίτημα μέσω του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Πολιτικής Προστασίας για αποστολή βοήθειας. Στη συνέχεια, το αίτημα προωθείται στις χώρες που διαθέτουν προεγκατεστημένα εναέρια μέσα, οι οποίες εξετάζουν κατά πόσο μπορούν να ανταποκριθούν.
Στην περίπτωση της Κύπρου, όπως είπε, η αποστολή κατέστη δυνατή επειδή δεν υπήρχαν ενεργά μεγάλα πύρινα μέτωπα.
Πρόσθεσε ακόμη ότι, πέραν των χειριστών, κάθε αποστολή συνοδεύεται από ομάδα τεχνικής και επιχειρησιακής υποστήριξης. Με την άφιξή της στη χώρα υποδοχής, η ομάδα ενημερώνεται από τις τοπικές αρχές για τις ιδιαίτερες συνθήκες της περιοχής και εντάσσεται στον επιχειρησιακό σχεδιασμό μέχρι την ολοκλήρωση της αποστολής και την αποδέσμευσή της για επιστροφή.

