Ο Τζον Μιρσχάιμερ συγκρίνει το φιάσκο του 1961 στην Κούβα με τον χειρισμό του Ιράν από τον Ντόναλντ Τραμπ, υποστηρίζοντας ότι και στις δύο περιπτώσεις ένας Αμερικανός πρόεδρος οδηγήθηκε σε μια κρίση από την οποία τελικά επιχείρησε να αποσυρθεί
Μια παράδοξη σύγκριση
Η σύγκριση του Δημοκρατικού Τζον Φ. Κένεντι με τον Ρεπουμπλικανό Ντόναλντ Τραμπ μοιάζει, εκ πρώτης όψεως, τουλάχιστον παράδοξη.
Κι όμως, σύμφωνα με τον Αμερικανό πολιτικό επιστήμονα Τζον Μιρσχάιμερ, ο 35ος και ο 47ος ένοικος του Λευκού Οίκου βρέθηκαν αντιμέτωποι με δύο διαφορετικές, αλλά δομικά παρόμοιες, πολεμικές κρίσεις: τον Κόλπο των Χοίρων το 1961 και το Ιράν το 2026.
Η βασική ιδέα της σύγκρισης δεν είναι ότι τα δύο γεγονότα είναι ίδια. Είναι ότι, κατά τον Μιρσχάιμερ, και στις δύο περιπτώσεις ένας πρόεδρος των ΗΠΑ φέρεται να ωθήθηκε σε μια επιχείρηση με υψηλό ρίσκο, από δυνάμεις που υπολόγιζαν ότι η αποτυχία θα οδηγούσε αναγκαστικά σε βαθύτερη αμερικανική εμπλοκή.
Ο Κόλπος των Χοίρων ως ιστορικό προηγούμενο
Η εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων ήταν μια αποτυχημένη στρατιωτική επιχείρηση στην Κούβα, τον Απρίλιο του 1961.
Πραγματοποιήθηκε από Κουβανούς εξόριστους που είχαν εκπαιδευτεί και οργανωθεί με αμερικανική στήριξη, με στόχο την ανατροπή του καθεστώτος του Φιντέλ Κάστρο. Η επιχείρηση κατέρρευσε μέσα σε δύο ημέρες, αποτελώντας ένα από τα πιο γνωστά φιάσκα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
Ο Κένεντι είχε εγκρίνει το σχέδιο λίγο μετά την ανάληψη της προεδρίας, όμως προσπάθησε να αποφύγει την ανοιχτή χρήση αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων. Αυτό, κατά τον Μιρσχάιμερ, είναι το κομβικό σημείο για τη σύγκριση με τον Τραμπ.
Η ανάγνωση Μιρσχάιμερ
Μιλώντας στο The Katie Halper Show και αναπτύσσοντας στη συνέχεια τη θέση του στο κείμενό του με τίτλο «Another Bay of Pigs?», ο Μιρσχάιμερ υποστηρίζει ότι ο Κόλπος των Χοίρων μπορεί να λειτουργήσει ως χρήσιμο ιστορικό παράδειγμα για την κατανόηση του χειρισμού του Ιράν από τον Τραμπ.
Ο ίδιος, πάντως, βάζει μια κρίσιμη επιφύλαξη: δεν παρουσιάζει τη σύγκριση ως αποδεδειγμένο γεγονός, αλλά ως πιθανότητα και πολιτική ερμηνεία, σημειώνοντας ότι δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για απόλυτη βεβαιότητα.
Πρώτο στάδιο: Η εμπιστοσύνη στις υπηρεσίες
Στην περίπτωση του 1961, η CIA βρισκόταν πίσω από την επιχείρηση στον Κόλπο των Χοίρων. Σύμφωνα με τον Μιρσχάιμερ, όσοι είχαν εξετάσει σοβαρά το σχέδιο γνώριζαν ότι η επιχείρηση ήταν σχεδόν καταδικασμένη να αποτύχει.
Παρόλα αυτά, το σχέδιο προχώρησε.
Η εισβολή δεν πραγματοποιήθηκε από τακτικές αμερικανικές δυνάμεις, αλλά από Κουβανούς εξόριστους, ακριβώς επειδή η CIA δεν είχε πείσει τον Κένεντι να χρησιμοποιήσει απευθείας τον αμερικανικό στρατό για την ανατροπή του Κάστρο.
Κατά τον Μιρσχάιμερ, το αντίστοιχο στοιχείο στην περίπτωση του Ιράν ήταν η πίεση που φέρεται να ασκήθηκε στον Τραμπ από το Ισραήλ, τον Μπενιαμίν Νετανιάχου και την ηγεσία της Μοσάντ, με την προοπτική μιας γρήγορης και αποφασιστικής νίκης.
Δεύτερο στάδιο: Η λογική της παγίδευσης
Η πιο αιχμηρή θέση του Μιρσχάιμερ είναι ότι η CIA, το 1961, δεν περίμενε απαραίτητα να πετύχει η δύναμη των εξόριστων. Αντιθέτως, όπως υποστηρίζει, υπολόγιζε ότι η αποτυχία της επιχείρησης θα ανάγκαζε τον Κένεντι να κλιμακώσει και να χρησιμοποιήσει τελικά αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις.
Με άλλα λόγια, η αποτυχία θα γινόταν το εργαλείο για μια μεγαλύτερη εμπλοκή.
Στην περίπτωση του Ιράν, ο Μιρσχάιμερ βλέπει μια ανάλογη λογική. Υποστηρίζει ότι το Ισραήλ μπορεί να επιδίωξε να οδηγήσει τις ΗΠΑ σε έναν πόλεμο από τον οποίο ο Τραμπ δεν θα μπορούσε εύκολα να αποχωρήσει χωρίς να αποδεχθεί ήττα.
Το κρίσιμο σημείο εδώ είναι η εκτίμηση ότι ένα πρώτο κύμα στρατιωτικής πίεσης και επιχειρήσεων θα μπορούσε να προκαλέσει εσωτερική αναταραχή στο Ιράν και, τελικά, να οδηγήσει σε αποσταθεροποίηση ή και ανατροπή του καθεστώτος.
Οι εκτιμήσεις για τη Μοσάντ και το Ιράν
Δημοσιεύματα που επικαλούνται ανάλυση των New York Times ανέφεραν ότι η Μοσάντ είχε επεξεργαστεί σενάρια για πυροδότηση εσωτερικής αναταραχής στο Ιράν, με στόχο την αποδυνάμωση ή κατάρρευση της κυβέρνησης. Σύμφωνα με τα ίδια δημοσιεύματα, ο επικεφαλής της Μοσάντ, Ντέιβιντ Μπαρνέα, φέρεται να παρουσίασε αντίστοιχο πλαίσιο τόσο στον Νετανιάχου όσο και σε Αμερικανούς αξιωματούχους.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι μονοδιάστατη. Η Jerusalem Post μετέφερε ότι οι εκτιμήσεις για τον ρόλο του Μπαρνέα και της Μοσάντ ήταν πιο σύνθετες, σημειώνοντας ότι ο επικεφαλής της υπηρεσίας παρουσίαζε συχνά τις προβλέψεις του με επιφυλάξεις και όχι ως βεβαιότητες.
Αυτό έχει σημασία, γιατί μετατοπίζει το άρθρο από τη βεβαιότητα στην ανάλυση: άλλο να πει κανείς ότι υπήρχε σχέδιο ή εκτίμηση για πιθανή εσωτερική αναταραχή στο Ιράν και άλλο να υποστηρίξει ότι υπήρξε αποδεδειγμένη πρόθεση παγίδευσης των ΗΠΑ.
Τρίτο στάδιο: Η απεμπλοκή
Στον Κόλπο των Χοίρων, ο Κένεντι δεν έκανε αυτό που, κατά τον Μιρσχάιμερ, ενδεχομένως ανέμενε η CIA.
Δεν έστειλε τον αμερικανικό στρατό για να σώσει την επιχείρηση και να ανατρέψει τον Κάστρο. Αντίθετα, αποδέχθηκε το φιάσκο, απέφυγε τη βαθύτερη εμπλοκή και αργότερα απέπεμψε τον επικεφαλής της CIA, Άλεν Ντάλες.
Στην περίπτωση του Τραμπ, ο Μιρσχάιμερ υποστηρίζει ότι ο Αμερικανός πρόεδρος αρχικά οδηγήθηκε στην παγίδα, αλλά στη συνέχεια επιχείρησε να βγει από αυτή. Δηλαδή, ενώ αποδέχθηκε την είσοδο σε έναν επικίνδυνο κύκλο πολεμικής κλιμάκωσης με το Ιράν, δεν φαίνεται –κατά την ανάγνωση Μιρσχάιμερ– να θέλησε να φτάσει μέχρι το τελικό στάδιο μιας πλήρους επιχείρησης ανατροπής του καθεστώτος.
Η ουσία της σύγκρισης
Η σύγκριση Κένεντι – Τραμπ δεν στηρίζεται στην ιδεολογική τους συγγένεια, γιατί τέτοια ουσιαστικά δεν υπάρχει.
Στηρίζεται σε ένα πιο ψυχρό ερώτημα εξωτερικής πολιτικής: τι συμβαίνει όταν ένας πρόεδρος εγκρίνει μια επιχείρηση που του παρουσιάζεται ως ελεγχόμενη, γρήγορη και αποφασιστική, αλλά στην πράξη αποδεικνύεται πολύ πιο επικίνδυνη;
Στον Κόλπο των Χοίρων, η απάντηση ήταν ένα ταπεινωτικό φιάσκο για την Ουάσινγκτον.
Στο Ιράν, σύμφωνα με τον Μιρσχάιμερ, η απάντηση ήταν μια κρίση στην οποία οι ΗΠΑ και το Ισραήλ δεν πέτυχαν τον αρχικό στόχο μιας γρήγορης στρατηγικής νίκης και βρέθηκαν αντιμέτωπες με τα όρια της στρατιωτικής ισχύος.
Το πολιτικό δίδαγμα
Το δίδαγμα, αν υπάρχει ένα, είναι ότι οι μεγαλύτερες παγίδες στην εξωτερική πολιτική δεν στήνονται πάντα από τον αντίπαλο.
Μερικές φορές στήνονται από συμμάχους, υπηρεσίες ή εσωτερικούς μηχανισμούς που παρουσιάζουν μια επιχείρηση ως αναγκαία, ελεγχόμενη και νικηφόρα, υποτιμώντας το ενδεχόμενο αποτυχίας.
Ο Κένεντι προσπάθησε να φύγει από την παγίδα μετά την καταστροφή στον Κόλπο των Χοίρων.
Ο Τραμπ, σύμφωνα με τον Μιρσχάιμερ, προσπαθεί να κάνει κάτι ανάλογο μετά το Ιράν.
Η διαφορά είναι ότι το 1961 η Ουάσινγκτον είχε να διαχειριστεί ένα φιάσκο στην Κούβα. Το 2026, το διακύβευμα αφορά μια πολύ ευρύτερη γεωπολιτική ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή.

