Στις 19 Οκτωβρίου του 1964, παρουσιάζεται στην Αθήνα, για πρώτη φορά ζωντανά, το Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη και του Μίκη Θεοδωράκη. Και επειδή η ζωή ξέρει να παίζει ωραία και περίεργα παιχνίδια, ακριβώς 15 χρόνια μετά, παρά μία ημέρα, στις 18 Οκτωβρίου του 1979, η Σουηδική Ακαδημία θα ανακοινώσει τη βράβευση του Οδυσσέα Ελύτη με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Για το οποίο όλοι σημειώνουν πως καθοριστική σημασία έπαιξε το Άξιον Εστί.
Αν ακολουθήσουμε το νήμα που ενώνει αυτές τις δύο ιστορίες, θα βρεθούμε πίσω, πριν το 1950, όταν ο Οδυσσέας Ελύτης ξεκινούσε να γράφει το Άξιον Εστί. Σε συνέντευξή μόλις μία ημέρα μετά την βράβευσή του με τον Νόμπελ, ο Οδυσσέας Ελύτης λέει: «Όταν έγραφα το Άξιον Εστί έμεινα τέσσερα χρόνια κλεισμένος σε ένα δωμάτιο. Ήταν η πρώτη φορά που έφευγα από το σπίτι της μάνας μου, όπου εκεί ήταν αδύνατο να εργαστώ. (…) Κουβάλησα ένα ράντσο, δανείστηκα μια πολυθρόνα, πήρα και το γραφείο μου, κλείστηκα εκεί και δούλευα. Ήταν καλοκαίρι και δεν είχα ψυγείο να πιω δροσερό νερό. Από το απέναντι σπίτι μου φέρνανε συχνά μια καράφα. Χρειάστηκε, λοιπόν, να κυκλοφορήσει ο δίσκος του Άξιον Εστί [αυτό έγινε το 1964], για να μπορέσω να αγοράσω αυτό το ψυγείο που έχω ακόμη εδώ [λέει ο Οδυσσέας Ελύτης το 1979], να πάρω κι ένα πικάπ. Αλλά είναι χαρακτηριστικό, συνεχίζει, ότι τότε ο Εμπειρίκος μου δάνεισε χρήματα για να προπληρώσω τους δύο μήνες που έπρεπε για το δωμάτιο αυτό. Και μόλις βγήκε το Άξιον Εστί, μου επιτέθηκαν όλοι. “Ποίημα είναι αυτό; Αυτό το κατασκεύασμα;” Χρειάστηκαν τρία χρόνια για να το δεχθούνε σιγά σιγά. Όχι, δεν ήταν καθόλου ρόδινα… Αλλά είχα αυτό το πείσμα και την πίστη στην ποιητική ιδέα. Άλλος στη θέση μου θα είχε εκμηδενιστεί. Θυμάμαι έκανα βόλτες στη βεράντα κι έλεγα: “Θα ‘ρθει η εποχή που θα μιλάει κανένας για το Αξιον Εστί;” και βέβαια δεν το πίστευα. Επέμενα όμως. Δεν ζητούσα τίποτε παρά να μην πεινάσω -και να ΄χω να ντυθώ- για να μπορώ να γράφω τα ποιήματά μου…».
Tο 1964, ο Μίκης Θεοδωράκης έχει ολοκληρώσει τη μελοποίηση του Άξιον Εστί, ένα λαϊκό, όπως ο ίδιος τονίζει, ορατόριο, και θέλει να το παρουσιάσει. Με τη μεικτή χορωδία της Θάλειας Βυζαντίου, τον Θεόδωρο Δημήτριεφ στον ρόλο του ψάλτη, αφηγητή τον Μάνο Κατράκη και τραγουδιστή τον Γρηγόρη Μπιθικώτση.
Μαζί με τον Οδυσσέα Ελύτη κατέθεσαν πρόταση στο Φεστιβάλ Αθηνών για να παρουσιαστεί το έργο στο Ηρώδειο. Η απάντηση είναι αρνητική. Η κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου είπε πως θεώρησε την παρουσία του Γρηγόρη Μπιθικώτση στο Ηρώδειο ανάρμοστη όπως ακριβώς και τα μπουζούκια της ορχήστρας. «Δεν προσιδιάζει εις τον ιερόν χώρο του Ηρωδείου», ήταν η επίσημη δήλωση της κυβέρνησης και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης στο βιβλίο του «Εγώ ο σερ» γράφει πως όλοι καταλάβαιναν πως οι λόγοι ήταν πολιτικοί. Τελικά, ο Μίκης Θεοδωράκης θα αναλάβει τα έξοδα της παράστασης στο Θέατρο Κοτοπούλη – ΡΕΞ και το Άξιον Εστί θα παρουσιαστεί στο κοινό στις 19 Οκτωβρίου του 1964. Ακριβώς 15 χρόνια πριν τη βράβευση του Οδυσσέα Ελύτη με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Επιμέλεια – Παρουσίαση: Ειρήνη Λαλάκη

