Στις 16 Σεπτεμβρίου του 1941 πέθανε ο Γιώργης Ζορμπάς. Αυτός που όλοι εμείς γνωρίσαμε από τoν Νίκο Καζαντζάκη ως Αλέξη Ζορμπά. Αυτός που όλος ο κόσμος τον έμαθε από την ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη, από τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη και από την ερμηνεία του Άντονι Κουίν.

Ο Αλέξης Ζορμπάς. Ο άνθρωπος που από ένστικτο ρουφούσε τη ζωή ως το μεδούλι. Ο Γιώργης που από μικρός έβοσκε τα γιδοπρόβατα του πατέρα του, εκεί στα Πιέρια όρη, δίπλα στον Όλυμπο. Που έφτασε στη Στρατονίκη της Χαλκιδικής για να δουλέψει στα μεταλλεία. Που απέκτησε 12 παιδιά, του έμειναν τα οχτώ, και όταν πέθανε και η γυναίκα του έκανε ό,τι δουλειά έβρισκε για να θρέψει τη φαμίλια του. Με τον Νίκο Καζαντζάκη γνωρίστηκε το 1915 στο Άγιο Όρος. Έγιναν φίλοι καρδιακοί. Για τον Καζαντζάκη όμως ο Ζορμπάς ήταν κάτι παραπάνω: Γράφει στην Αναφορά στον Γκρέκο: «Ο Ζορμπάς μ’ έμαθε ν’ αγαπώ τη ζωή και να μη φοβούμαι το θάνατο. (…) Γιατί αυτός είχε ό,τι χρειάζεται ένας καλαμαράς για να σωθεί: την πρωτόγονη ματιά που αδράχνει ψηλάθε σαϊτευτά τη θροφή της. Τη δημιουργικιά, κάθε πρωί ανανεούμενη αφέλεια να βλέπει ακατάπαυτα για πρώτη φορά τα πάντα και να δίνει παρθενιά στα αιώνια καθημερινά στοιχεία –αγέρα, θάλασσα, φωτιά, γυναίκα, ψωμί. Τη σιγουράδα του χεριού. Τη δροσεράδα της καρδιάς, την παλικαριά να κοροϊδεύει την ίδια του την ψυχή, σαν να ‘χε μέσα του μια δύναμη ανώτερη από την ψυχή, και τέλος το άγριο γάργαρο γέλιο, από βαθιά πηγή, βαθύτερο από το σπλάχνο του ανθρώπου, που ανατινάζουνταν απολυτρωτικό στις κρίσιμες στιγμές από το γέρικο στήθος του Ζορμπά. Ανατινάζουνταν και μπορούσε να γκρεμίσει -και γκρέμιζε- όλους τους φράχτες -ηθική, θρησκεία, πατρίδα- που άσκωσε γύρα του ο κακομοίρης ο φοβητσιάρης ο άνθρωπος, για να κουτσοπορέψει ασφαλισμένα τη ζωούλα.» (…)
»Εγώ σπάνια μιλούσα. Τι να πει ένας “διανοούμενος” σ’ έναν Δράκο; Τον άκουγα να μου μιλάει για το χωριό του στον Όλυμπο, για τα χιόνια, τους λύκους, τους κομιτατζήδες, την Αγια-Σοφιά, τον λιγνίτη, τις γυναίκες, το Θεό, την πατρίδα και το θάνατο – και ξάφνου, όταν πλαντούσε και πια δεν τον χωρούσαν τα λόγια, τινάζουνταν απάνω στα χοντρά χαλίκια του γιαλού κι άρχιζε να χορεύει. Γερός, ορθόκορμος, κοκαλιάρης, με ανάγερτο το κεφάλι, με καταστρόγγυλα μικρά μάτια σαν πουλιού, χόρευε και σκλήριζε και χτυπούσε τις αδρές πατούσες στο γιαλό και πιτσίλιζε με θάλασσα το πρόσωπό μου».

«Εμείς», γράφει ο Νίκος Καζαντζάκης, «εμείς, ας του δώσουμε το αίμα μας να ζωντανέψει. Ας κάμουμε ό,τι μπορούμε να ζήσει λίγο ακόμα ο εξαίσιος αυτός φαγάς, πιοτής, δουλευταράς, γυναικάς, αλήτης. Ο χορευτής, ο πολεμιστής. Η πιο πλατιά ψυχή, το πιο σίγουρο σώμα, η πιο λεύτερη κραυγή που γνώρισα στη ζωή μου».

Επιμέλεια – Παρουσίαση: Ειρήνη Λαλάκη

Kanali 6
Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.