Στις 3 Ιουνίου του 1961, στο κέντρο του Παρισιού, εκεί στις όχθες του Σηκουάνα, σε ένα από τα μεγαλύτερα και παλαιότερα μουσεία τέχνης στον κόσμο, στο Μουσείο του Λούβρου, βρέθηκαν να εκτίθενται ο Αθανάσιος Διάκος, η Αθηνά και η Άρτεμις, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Μέγας Αλέξανδρος, ο Ερωτόκριτος με την Αρετούσα.
Εκείνη την ημέρα του Ιουνίου του 1961, στο Λούβρο εκτέθηκε μέσα από τους πίνακες του ζωγράφου Θεόφιλου όλο το ελληνικό διάσπαρτο φως, «το φως το διυλισμένο από τα φυλλώματα των ελαιώνων» της Μυτιλήνης, όπως έγραψε ο Οδυσσέας Ελύτης, εκείνο «το φως του Θεόφιλου που μένει εκεί, όπως στην πρώτη μέρα της δημιουργίας», όπως σημείωνε ο Γιώργος Σεφέρης.
Στις αρχές του 1900 ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ θα βρεθεί στον Βόλο και στο Πήλιο. Για 30 χρόνια θα ζωγραφίζει τους τοίχους σε σπίτια, ταβέρνες, καφενεία, φουρνάρικα, χασάπικα. Θα οργανώνει παραστάσεις, θα συμμετέχει σε παρελάσεις, θα υφίσταται τη χλεύη, την κοροϊδία, την περιέργεια, την αδιαφορία, θα εγείρει όμως και την έγνοια ή τον θαυμασμό των λίγων, των ελάχιστων μα σημαντικών ανθρώπων, μια που χάρη σε αυτούς εκείνος εξασφάλισε ένα πιάτο φαΐ, κι εμείς μπορούμε σήμερα να θαυμάζουμε το έργο του που διέσωσαν.
Το 1961, τη χρονιά της έκθεσης στο Λούβρο, έχουν ήδη συμπληρωθεί 27 χρόνια από τον θάνατο του ζωγράφου Θεόφιλου. Γιος τσαγκάρη και εγγονός αγιογράφου, ο πρώτος από τα εφτά παιδιά του Γαβριήλ Κεφάλα και της Πηνελόπης Χατζημιχαήλ, ο Θεόφιλος γεννήθηκε κάπου το 1870 στη Βαρειά της Λέσβου και μεγάλωσε με τις ιστορίες, τα πινέλα και τα χρώματα του αγιογράφου παππού του. Από μικρός φαινόταν αλλόκοτος στους άλλους. Μικρόσωμος, αριστερόχειρας και με περίεργη ομιλία, ένιωθε τον κόσμο αλλιώς και αγαπούσε ό,τι οι άλλοι δεν καταλάβαιναν. Χανόταν στις ιστορίες και στα όνειρα. Τον έλεγαν «αχμάκη» και σαλό, όπως συμβαίνει πάντα μ’ εκείνους που δεν είναι κομμένοι στα μέτρα των πολλών.
Ο λαϊκός ζωγράφος Θεόφιλος Χατζημιχαήλ πέθανε πάμφτωχος και μόνος, δίπλα στα πινέλα και τα χρώματά του. Ο Γιάννης Τσαρούχης έγραψε: «Ο Θεόφιλος είναι απ’ τη μεριά των σοφών και των τρελών, παρέα με τον Σολωμό, τον παγωμένο-θερμότατο Κάλβο, τον Παπαδιαμάντη, τον αναρχικό και άκρως πειθαρχημένο Καβάφη, τον τρελό Χαλεπά, κι όλους αυτούς τους φυσικά επαναστατημένους Έλληνες, μα εξίσου φυσικά συντηρητικούς, τους Έλληνες των οποίων η ευλογημένη μεγαλομανία έσπασε τα κλουβιά του διδασκαλισμού. Δεν είναι λοιπόν να απορεί κανείς ότι αιώνια ο Θεόφιλος θα σκανδαλίζει αυτούς που θέλησαν πάντα να βολευτούν».
Επιμέλεια – Παρουσίαση: Ειρήνη Λαλάκη

