Στις 22 Ιουλίου του 2026 η Μαίρη Λίντα έφυγε απ’ αυτόν τον κόσμο και μακάρι να πήγε σε ένα άλλο σύμπαν, για να ξανασμίξει με τον Μανώλη Χιώτη, τον άνθρωπο που την καθόρισε και τη χάραξε για πάντα, που τον αγάπησε, όπως η ίδια έλεγε σε όλη της τη ζωή, τον αγάπησε όσο τίποτ’ άλλο.
Η Μαίρη Λίντα γεννήθηκε το 1935 στον Πύργο Ηλείας , στην Πελοπόννησο, αλλά μόλις στα 2 της χρόνια βρέθηκε με τα οχτώ αδέρφια της και τους γονείς της στην Αθήνα. Η μητέρα της είχε γεννήσει 17 παιδιά, πολλά πέθαναν, ο πατέρας της είχε μείνει παράλυτος εξαιτίας της νόσου των δυτών, και έτσι η Μαίρη Λίντα, που γεννήθηκε με το όνομα Μαρία Δημητροπούλου, άρχισε να δουλεύει από τα επτά της χρόνια, στο πάλκο, για να βοηθάει με το μεροκάματό της στην επιβίωση της οικογένειας. Ξεκίνησε από τα ταλέντα του Ορέστη Λάσκου, στο Αλκαζάρ, ο οποίος της έδωσε και το όνομα με το οποίο έμελλε να αφήσει τη σφραγίδα της στο τραγούδι.
Στα χρόνια που ακολούθησαν η Μαίρη Λίντα έγραψε τη δική της ιστορία στο λαϊκό τραγούδι πλάι στον Μανώλη Χιώτη, καθιέρωσαν οι δυο τους ένα νέο είδος στα βραδινά κέντρα, στις κινηματογραφικές ταινίες, αλλά και στους απόδημους Έλληνες σε Αυστραλία και Αμερική.
Η Μαίρη Λίντα ηχογράφησε περισσότερα από 400 τραγούδια. Έλεγε πως, εκτός από τη μουσική ιδιοφυΐα του Μανώλη Χιώτη, λάτρευε το ταλέντο του Βασίλη Τσιτσάνη, με τον οποίο και συνεργάστηκε. Συνεργάστηκε βέβαια και με τον Μίκη Θεοδωράκη, όπως και με τον Μάνο Χατζιδάκι.
Η Μαίρη Λίντα τραγουδούσε για περισσότερα από 60 χρόνια. Και πάντα έλεγε πως ήταν τυχερή στη ζωή της, πως δεν είχε κανένα παράπονο και πως τα έζησε όλα. Το 2014, έλεγε στην Αργυρώ Μποζώνη και στη Lifo: «Δεν έχω κανένα παράπονο και από κανέναν. Όλα ήρθαν στη ζωή μου όπως τα έφερε ο θεός και όπως τα ήθελα κι εγώ. Γιατί να έχω παράπονο; Τη ζωή μας εμείς τη φτιάχνουμε. Τα δύσκολα τα έχω ξεχάσει. Η ζωή έχει λουλούδια και αγκάθια. Δεν υπάρχει κάτι που δεν έκανα, δεν μου έλειψε τίποτα και τα έχω χαρεί όλα. Και ευχαριστώ τους ανθρώπους που ήταν δίπλα μου σε στιγμές δύσκολες».
Επιμέλεια – Παρουσίαση: Ειρήνη Λαλάκη

