Την άνοιξη του μακρινού 1156, μετά τη δεύτερη από τις πολλές σταυροφορίες (εκείνους τους θρησκευτικούς πολέμους που έκανε η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία στο Βυζάντιο για να σταματήσει τάχα τους Οθωμανούς), την άνοιξη του 1156 η Κύπρος έζησε μία από τις χειρότερες επιδρομές, και λεηλασίες, και βιαιοπραγίες από τον Γάλλο «ευγενή ιππότη», αυτοί ήταν οι τίτλοι του, από τον βάρβαρο, άπληστο, αιμοσταγή, ασεβή, κτηνώδη θα πω εγώ, Ρεϋνάλδο του Σατιγιόν ή Ρενώ ντε Σατιγιόν, γιατί αυτά που έκανε στην Κύπρο εκείνη την άνοιξη του 1156 τα κατέγραψε η Ιστορία ως τα πιο φριχτά γεγονότα. Έσφαξε, βίασε, λεηλάτησε, κατέστρεψε, φόρτωσε με λάφυρα τα πλοία του κι έφυγε…
Ο λόγος που αυτή τη φετινή άνοιξη, εγώ γύρισα εννιά αιώνες πίσω, είναι μια σχεδόν ανεπαίσθητη επισήμανση του Γιώργου Σεφέρη στο ποίημά του «Αγιάναπα, Β΄». Κάτω από τον τίτλο γράφει «ΑΝΟΙΞΗ 1156» και ακριβώς από κάτω σε παρένθεση γράφει ο Γιώργος Σεφέρης (Στίχοι για μουσική). Και ακολουθεί το αγαπημένο ποίημά του. Αφού λοιπόν βρήκαμε την αφορμή, αυτήν τη φριχτή για την Κύπρο άνοιξη του 1156, τώρα θα βρούμε και την αιτία: Την πιο ωραία μελοποίηση που μας έδωσε ο Ευαγόρας Καραγιώργης από το 1997 ακόμα, όμως την αποκτήσαμε ηχογραφημένη το 2021 στον δίσκο του «Η ιστορία μιας εικόνας», με τη φωνή του Γιάννη Διονυσίου. «Στίχοι για μουσική» διευκρίνιζε ή παρότρυνε ο Γιώργος Σεφέρης στο ποίημά του «Αγιάναπα Β’» και ο Ευαγόρας Καραγιώργης νομίζω πως μας έδωσε ένα έξοχο τραγούδι. Όπως έξοχος είναι και ολόκληρος ο δίσκος του που με τον τίτλο «Η ιστορία μιας εικόνας – για ορχήστρα, λαούτο και βαρύτονο» κλείνει μέσα στις μουσικές του την ιστορία από τον «Κόσμο της Κύπρου», το εξαιρετικό ζωγραφικό έργο του Αδαμάντιου Διαμαντή, σπουδαίου ζωγράφου και επιστήθιου φίλου του Γιώργου Σεφέρη. Κλείνει όμως ο Ευαγόρας Καραγιώργης μέσα στις μουσικές του και την ιστορία του τόπου του, των ανθρώπων που θυμάται ή γνώρισε από διηγήσεις, κλείνει και τις παράλληλες πορείες του ζωγράφου Αδαμάντιου Διαμαντή με τον Γιώργο Σεφέρη. Και ξαναφέρνει στις μέρες μας ιστορίες ίσως ξεχασμένες, ενός τόπου που εξακολουθεί να ανασαίνει σε ό,τι έχει απομείνει.
Ο Ευαγόρας Καραγιώργης σ’ αυτόν τον δίσκο μας δίνει τρία μελοποιημένα ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη και 13 ορχηστρικά που ντύνουν θαρρείς εκτός από τις εικόνες που ζωγράφισε ο Αδαμάντιος Διαμαντής, ντύνουν και τα λόγια του με τα οποία ο ζωγράφος μίλησε για το έργο του και ο συνθέτης τα έκανε νότες και τα έβαλε στο πεντάγραμμο, τα έκανε μουσικές εικόνες και μας τα έδωσε. Ενδεικτικά διαβάζω από το σημείωμα του δίσκου τίτλους τα σχόλια των ορχηστρικών: «Βαριά τα πόδια πα΄ στη γη: Ο κόσμος της Κύπρου βαρύς, αδρός, και σίγουρος στο καλό και στο κακό. Με τις βαριές ποδίνες τους, σαν να ‘ναι ριζωμένοι μες στη γης». Μαύρα ήταν τα ρούχα τους: Τα μαύρα ρούχα των παπάδων, οι βράκες των ανδρών. Μαύρο κι άσπρο δεν ήταν το χρώμα της ενδυμασίας όλου αυτού του κόσμου;» Εδώ κι ο Θεόδωρος, ο λαϊκός βιολάρης και δάσκαλος, αλλά κι ο Χαραλάμπης τι μακαρία απλότης: «Είμαι βοσκός, έμεινα ορφανός, κανένας δεν ήταν να με τροφίζει κι έγινα βοσκός. Στο καφενείο τον κεράσαμε καφέ, και ακούσαμε την απλή ιστορία της ζωής του».
Ο Γιώργος Σεφέρης έγραψε ένα ποίημα με τίτλο «Λεπτομέρειες στην Κύπρο» και με αφιέρωση «Στον ζωγράφο Διαμαντή». Είναι σε εκείνο το ποίημα που το κυπριακό φως ζωντανεύει μέχρι και τα άψυχα, τη «μικρή κουκουβάγια σκαρφαλωμένη στ’ ανοιχτάρι τ’ Άγιου Μάμα, παραδομένη τυφλά στο μέλι του ήλιου», είναι στο ίδιο ποίημα κι εκείνο το μαγκανοπήγαδο, τ’ αλακάτιν που έτριξε στον χρόνο και έβγαλε λες κραυγή, φωνή πατρίδας.
Επιμέλεια – Παρουσίαση: Ειρήνη Λαλάκη

