Τον Αύγουστο του 1916, στην Ευρώπη μαίνεται ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, και στη Σέριφο, στα μεταλλεία του νησιού, εκεί στο Μεγάλο Λιβάδι, οι μεταλλωρύχοι ενωμένοι απεργούν. Ζητούν οχτάωρη εργασία, θέσπιση κανόνων ασφαλείας για την προστασία της ζωής τους μέσα στις στοές και αύξηση των μισθών πείνας. Έχουν στείλει αντιπροσωπεία στην Αθήνα με τον Κωνσταντίνο Σπέρα, Σεριφιώτη συνδικαλιστή που έχει οργανώσει και το Σωματείο των μεταλλωρύχων, υποβάλλοντας υπόμνημα με τα αιτήματά τους στο Υπουργείο, αλλά η κυβέρνηση στέλνει στη Σέριφο ελεγκτή, ο οποίος διαπιστώνει πως όλα βαίνουν καλώς και προτρέπει τους μεταλλωρύχους να συνεχίσουν να εργάζονται. Οι εργάτες αποφασίζουν στις 7 Αυγούστου να απεργήσουν. Οι συνθήκες εργασίας τους είναι άθλιες, το μεροκάματο δεν φτάνει ούτε για τα βασικά και τα δύο τελευταία χρόνια, από το 1914 έως το 1916, επίσημα έχουν σκοτωθεί στις στοές 60 άνθρωποι. Οι νεκροί είναι βέβαια πολλοί περισσότεροι, καθώς η εταιρεία δεν τους δηλώνει, και σύμφωνα με μαρτυρίες κάθε φορά που συμβαίνει κάποιο εργατικό ατύχημα, αφήνουν τους μεταλλωρύχους στις στοές να ξεψυχήσουν, λέγοντας στους συγγενείς τους που τους αναζητούσαν ότι είχαν φύγει προ καιρού από τη δουλειά και ότι αγνοούνταν η τύχη τους. Χρόνια αργότερα βρέθηκαν δεκάδες σκελετοί στις στοές των μεταλλείων της Σερίφου…
Εκείνον τον Αύγουστο του 1916, στις 21 του μηνός, οι 400 μεταλλωρύχοι της Σερίφου, ενωμένοι, κατεβαίνουν στη σκάλα φόρτωσης των μεταλλείων και αρνούνται να φορτώσουν μετάλλευμα στο ατμόπλοιο Μανούσι, το οποίο περιμένει για να μεταφέρει το εμπόρευμα στη Γερμανία. Αρνούνται διότι απεργούν. Απέναντί τους παρατάσσονται 30 χωροφύλακες που έχει στείλει η ελληνική κυβέρνηση, υπό τις διαταγές του υπομοίραρχου Χαρίλαου Χρυσάνθου. Λίγο πιο ‘κει είναι συγκεντρωμένοι περί τους 1.500 συγγενείς των μεταλλωρύχων, οι οποίοι έχουν πάει για να τους υποστηρίξουν. Ο υπομοίραρχος πυροβολεί εν ψυχρώ τον 24χρονο μεταλλωρύχο Θεμιστοκλή Κουζούπη, νιόπαντρο προ τριών μηνών… Και δίνει διαταγή στους χωροφύλακες να ανοίξουν πυρ. Εκείνοι όμως, κατά μαρτυρίες, πυροβολούν στον αέρα –και ευτυχώς γιατί αλλιώς οι νεκροί θα ήταν δεκάδες. Αυτοί που ρίχνουν στο ψαχνό είναι οι άνθρωποι του Γερμανού ιδιοκτήτη των μεταλλείων Γρόμαν, που έχουν ταμπουρωθεί λίγο πιο πέρα στο διοικητήριο και πυροβολούν τους άοπλους απεργούς.
Ακολουθεί συμπλοκή, οι απεργοί αμύνονται με πέτρες, ξύλα και ό,τι άλλο έχουν και οι γυναίκες τους που βλέπουν τους συγγενείς τους νεκρούς και αιμόφυρτους, παίρνουν κομμάτια από το συγκεντρωμένο στην προβλήτα μετάλλευμα και πετροβολούν τον υπομοίραρχο Χαρίλαο Χρυσάνθου αλλά και τον υπαστυνόμο Σερίφου Ιωἀννη Τριανταφύλλου. Τους σκότωσαν και τους έριξαν στη θάλασσα.
Κατά την εξέγερση σκοτώθηκαν 6 μεταλλωρύχοι και 3 χωροφύλακες, ενώ τραυματίστηκαν δεκάδες και από τις δύο πλευρές. Ακολούθησαν συλλήψεις των πρωτεργατών της απεργίας καθώς και της εγκύου Αικατερίνης Μουστάκα, η οποία δεν φοβήθηκε να πει πως από τη δική της πέτρα σκοτώθηκε ο Χρυσάνθου και γέννησε στις φυλακές της Σύρου. Κανείς από όσους πυροβόλησαν τους απεργούς δεν δικάστηκε. Τα αιτήματα των μεταλλωρύχων ικανοποιήθηκαν, καθιερώθηκε για πρώτη φορά το οχτάωρο και το 1917 η εργοδοσία συμφώνησε με τους εργάτες να προσλαμβάνει μόνο ντόπιους και να τους δίνει οδοιπορικά και αυξήσεις. Ο Γεώργιος Γρόμαν δούλεψε τα μεταλλεία της Σερίφου μέχρι την Γερμανική Κατοχή, όταν και κατατάχτηκε ταγματάρχης στα Ες- Ες, στα Χανιά, επιβλέποντας τα μεταλλεία της περιοχής για λογαριασμό των ναζί. Τα μεταλλεία της Σερίφου έκλεισαν το 1963.
Επιμέλεια – Παρουσίαση: Ειρήνη Λαλάκη

