Σοβαρές ανησυχίες για τον τρόπο με τον οποίο υλοποιείται το έργο εγκατάστασης κλιματιστικών στα δημόσια σχολεία εκφράζει η Ελεγκτική Υπηρεσία, μέσα από ειδική έκθεση που δημοσιοποιήθηκε σήμερα.
Ο Γενικός Ελεγκτής Ανδρέας Παπακωνσταντίνου επισημαίνει ότι πρόκειται για ένα σύνθετο παγκύπριο έργο, το οποίο αποσκοπεί στη βελτίωση των συνθηκών μάθησης και εργασίας, σημειώνοντας ωστόσο ότι από την αρχή απαιτούνταν σωστός προγραμματισμός, συντονισμός και αυστηρή τήρηση των κανόνων ασφάλειας.
Τα ευρήματα επιτόπιου ελέγχου της Ελεγκτικής Υπηρεσίας στις 24 Σεπτεμβρίου χαρακτηρίζονται ιδιαίτερα ανησυχητικά. Σε τέσσερα από τα πέντε σχολεία που ελέγχθηκαν και τα οποία, σύμφωνα με την ενημέρωση του Υπουργείου Παιδείας, περιλαμβάνονταν στα σχολεία όπου οι εργασίες είχαν ολοκληρωθεί, διαπιστώθηκε ότι βασικές εργασίες παρέμεναν σε εκκρεμότητα.
Εντοπίστηκαν κλιματιστικά που είχαν τοποθετηθεί σχεδόν δύο χρόνια προηγουμένως χωρίς να έχουν ακόμη συνδεθεί, καθώς και άλλα που λειτουργούσαν εκ περιτροπής ώστε να αποφεύγεται η υπερφόρτωση του ηλεκτρικού συστήματος.
Η έκθεση καταγράφει ακόμη πρόχειρες ηλεκτρολογικές συνδέσεις και περίπτωση ηλεκτρικού πίνακα από τον οποίο είχε αφαιρεθεί διάταξη ασφαλείας. Αναφέρεται επίσης περιστατικό κατά το οποίο διακόπτης προστασίας έπεσε και επαναφέρθηκε επτά φορές μέσα στην ίδια ημέρα.
Σύμφωνα με την Ελεγκτική Υπηρεσία, η κατάσταση αυτή συνδέεται με την παράκαμψη προβλεπόμενων σταδίων της διαδικασίας, καθώς κλιματιστικά τέθηκαν σε λειτουργία χωρίς να έχει προηγηθεί έλεγχος και πιστοποίηση της ηλεκτρικής εγκατάστασης, αλλά και χωρίς τελική επιθεώρηση και έγκριση.
Ο Γενικός Ελεγκτής προειδοποιεί ότι τέτοιες πρακτικές ενδέχεται να προκαλέσουν σοβαρά ατυχήματα και να θέσουν σε κίνδυνο την υγεία και την ασφάλεια παιδιών και εκπαιδευτικών. Η θέση της Υπηρεσίας είναι ότι η λειτουργία των συγκεκριμένων κλιματιστικών πρέπει να ανασταλεί μέχρι να ολοκληρωθούν όλες οι προβλεπόμενες διαδικασίες.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στον σχεδιασμό και τον συντονισμό του έργου για την περίοδο 2023-2026. Η Ελεγκτική Υπηρεσία αναφέρει ότι το Υπουργείο Παιδείας ανέθεσε σε μεγάλο βαθμό τη διαχείριση στις Σχολικές Εφορείες, οι οποίες, όπως σημειώνεται, δεν διέθεταν την απαιτούμενη τεχνογνωσία, ενώ κεντρικός συντονιστής από το Υπουργείο ορίστηκε μόλις στην τρίτη φάση του έργου.
Παράλληλα, γίνεται λόγος για κατακερματισμό των διαδικασιών, ανεπαρκή έρευνα αγοράς και περιοριστικά κριτήρια συμμετοχής, τα οποία, κατά την Ελεγκτική Υπηρεσία, περιόρισαν τον ανταγωνισμό και ενδεχομένως επηρέασαν τόσο τα χρονοδιαγράμματα όσο και τις τιμές.
Ζήτημα τίθεται και σε σχέση με τη διαφάνεια. Σύμφωνα με την έκθεση, το Υπουργείο δεν παρείχε κατά τη διάρκεια του ελέγχου σαφή εικόνα για τον συνολικό αριθμό των σχολείων και το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης, ενώ αναλυτική κατάσταση δόθηκε μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου και, όπως αναφέρεται, περιείχε σοβαρά λάθη.
Ο Ανδρέας Παπακωνσταντίνου καταλήγει ότι ένα τόσο δύσκολο έργο είναι αναμενόμενο να αντιμετωπίζει προβλήματα, υπογραμμίζει όμως ότι απαιτούνται σωστός σχεδιασμός, ουσιαστικός συντονισμός και διαφάνεια.
Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, όταν πρόκειται για την ασφάλεια παιδιών και εκπαιδευτικών «δεν υπάρχουν περιθώρια για εκπτώσεις», καλώντας το Υπουργείο Παιδείας να προχωρήσει άμεσα στη λήψη διορθωτικών μέτρων.

