Στις 9 Αυγούστου του 2026, ο Νίκος Καλογερόπουλος μετά από 74 χρόνια, πέρασε στην άλλη μεριά. Και ίσως εκεί να είναι τώρα καλύτερα γι’ αυτόν, ίσως εκεί να βρει ξανά τον Νικόλα Άσιμο, τον Τάκη Σπυριδάκη, τον Τάκη Μόσχο, τη Σωτηρία Λεονάρδου, τον Βασίλη Διαμαντόπουλο, τον Ηλία Λογοθέτη, τον Χρόνη Μίσσιο. Να βρει ξανά όλους εκείνους τους ανθρώπους με τους οποίους όταν συναντήθηκε σ’ αυτή τη Γη, συνεννοήθηκε αμέσως, έγιναν φίλοι, έκαναν μαζί τις ίδιες πλάκες, μπορεί και τα ίδια όνειρα. Το δικό του όνειρο πάντως, τα τελευταία χρόνια, άκουγε στο όνομα Τρενοτεχνείο, το έφτιαξε ο Νίκος Καλογερόπουλος με τα χέρια του και με τη βοήθεια πέντε δικών του ανθρώπων τρελών, όπως έλεγε, έφτιαξε το Τρενοτεχνείο στον τόπο καταγωγής του, στη Μεσσηνία, εκεί στην Πελοπόννησο, δίπλα σ’ έναν παλιό εγκαταλειμμένο σιδηροδρομικό σταθμό, γιατί ήθελε να κάνει πράξη την τέχνη, μια που ήταν από ‘κείνους που, όπως ο ίδιος έλεγε, πίστευαν ότι ο πολιτισμός μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Από το Τρενοτεχνείο του Νίκου Καλογερόπουλου πέρασαν πολλοί, ανάμεσά τους ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, ο Μάνος Αχαλινωτόπουλος, ο Ηλίας Ζάικος, η Νατάσα Μποφίλιου, ο Αλκίνοος Ιωαννίδης. Τα Χριστούγεννα του 2024, κάποιοι «άγνωστοι», μπήκαν στο Τρενοτεχνείο και τα έκαναν όλα γυαλιά καρφιά.
Κι αν διάλεξα να ξεκινήσω αυτό το ελάχιστο αφιέρωμα στον Νίκο Καλογερόπουλο, ας πούμε, ανάποδα, από το Τρενοτεχνείο του και όχι από τους σπουδαίους του ρόλους που υποδύθηκε σε ταινίες που άφησαν τη σφραγίδα τους, είναι γιατί μας απέδειξε, μέχρι το τέλος, ότι εκτός από το εξαιρετικό ταλέντο του ως ηθοποιός, είχε σπάνιο πείσμα, είχε και αντάρτικο μυαλό. Ο Νίκος Καλογερόπουλος, είπε στη ζωή του ένα κάρο «όχι», γιατί έτσι ένιωθε. Δεν τον ένοιαζε να δουλέψει για να ζήσει στην οικοδομή ή σε βυρσοδεψείο, αρκεί να έκανε αυτό που ήθελε. Άλλωστε συνήθιζε να λέει: «του Διογένη γιος είμαι, έχω μάθει να ζω πολύ λιτά».
Ο Νίκος Καλογερόπουλος μας έδωσε εξαιρετικές ερμηνείες, για τις οποίες και βραβεύθηκε επανειλημμένα. Ποιος δεν τον θυμάται βραδύγλωσσο στο «Μάθε παιδί μου γράμματα», να ουρλιάζει στο φινάλε «την αλήθεια ρε, την αλήθεια!», ποιος δεν θυμάται τον Ιωάννη Παπαδόπουλο στη «Λούφα και παραλλαγή», ποιος δεν τον θαύμασε όταν έκανε διπλό ρόλο στο «Κάμπινγκ», ως Μήτσος και ως Μάιμος, ποιος ξεχνάει τον Μπάμπη στο «Ρεμπέτικο» του Κώστα Φέρη, τον Μπάμπη που ήταν ο Τσιτσάνης πλάι στη Μαρίκα, τη Σωτηρία Λεονάρδου και που όλοι έχουμε τραγουδήσει στου Θωμά το μαγαζί. Και βέβαια ποιος ξεχνάει τον Μπε στη «Μεθυσμένη πολιτεία», τον κουρελή, κακάσχημο για πολλούς χαζό βοσκό, που μιλούσε με τις κατσίκες του και ερωτεύθηκε την πανέμορφη και υπέροχη Ρένα, που υποδύθηκε η Βέρα Κρούσκα, τη Ρένα που του είπε πως είναι σοφός κι εκείνος έγινε ευτυχισμένος…
Ο Νίκος Καλογερόπουλος έπαιξε και άλλους σημαντικούς ρόλους, πολλούς απ’ αυτούς τους χάσαμε, άλλους τους ξεχάσαμε και άλλους δεν τους μάθαμε ποτέ. Έκανε τη δική του ταινία, τους «Ιππείς της Πύλου», διάβαζε πολύ, μελέτησε τους αρχαίους, έγραψε ποιήματα και θεατρικά, έγραψε και τραγούδια. Δεν σαλιάρισε ποτέ στα καλλιτεχνικά σαλόνια, έψαχνε πάντα την ουσία και δεν ανεχόταν λεπτό την εξουσία και το ψέμα. Αυτό συχνά τον έκανε να μοιάζει παράξενος, εριστικός, γραφικός, και πολλά άλλα που φροντίζει ο καλά τακτοποιημένος καλλιτεχνικός, κοινωνικός και πολιτικός μας βίος να κολλάει σαν ετικέτες σε ανθρώπους δημιουργικούς, πρωτίστως σκεπτόμενους και ανατρεπτικούς, άρα ολίγον επικίνδυνους και ενοχλητικούς.
Η Ελένη Ράντου έγραψε: «Καλό ταξίδι Νικόλα! Ξεκληρίζεται σιγά σιγά όχι μια γενιά, αλλά ένα είδος ανθρώπων που είχαν τόση ανιδιοτέλεια στους αγώνες τους, τόσο ταλέντο, τόση ψυχή, τόση ετοιμότητα να καούν από τις αγάπες τους. Σ’ αυτούς τους μίζερους, σωστά υπολογισμένους καιρούς μας, δε χώραγες. Ευγνώμων που σε γνώρισα».
Επιμέλεια – Παρουσίαση: Ειρήνη Λαλάκη

