Στις 25 Μαΐου του 1834 κόσμος πολύς είχε μαζευτεί στο παλιό τζαμί του Ναυπλίου. Μέχρι έξω, στον δρόμο. Σε λίγη ώρα, μέσα, στην αίθουσα του τζαμιού, στο κτίριο όπου είχε λειτουργήσει η πρώτη Βουλή των ελεύθερων Ελλήνων το 1825, σε εκείνη την αίθουσα που τώρα πια, 13 χρόνια μετά την κήρυξη της Επανάστασης, ήταν δικαστήριο, θα ακουγόταν η απόφαση μιας δίκης που είχε ξεκινήσει έναν μήνα πριν, και που η Ιστορία έμελλε να καταγράψει ως το όνειδος για τους Βαυαρούς που κυβερνούσαν και για τους Έλληνες που συνεργάστηκαν μαζί τους. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Δημήτριος Πλαπούτας δικάζονταν και κατηγορούνταν για εσχάτη προδοσία…

Το κατηγορητήριο, αν δεν οδηγούσε τον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα στη λαιμητόμο, στην γκιλοτίνα, για αποκεφαλισμό, θα ήταν απλώς φαιδρό και καταγέλαστο. Μεταξύ άλλων, ανέφερε: «Οι ειρημένοι αρχηγοί της συνωμοσίας (ο Κολοκοτρώνης και ο Πλαπούτας δηλαδή) δεν άφησαν ουδεμίαν ραδιουργίαν, ουδεμίαν μυστικήν μηχανορραφίαν εις την πειθώ, εις υποσχέσεις, εις το ψεύδος, διά να κατορθώσουν τους προδοτικούς σκοπούς των, να επιφέρουν τον εμφύλιον πόλεμον και να καταργήσουν το καθεστώς πολίτευμα του έθνους». Η αλήθεια ήταν ότι οι οπλαρχηγοί αρνούνταν να ακολουθήσουν τις εντολές της αντιβασιλείας, και να υπηρετήσουν τα συμφέροντα των διορισμένων από τις Μεγάλες Δυνάμεις κυβερνητών.

Το κατηγορητήριο έφερε την υπογραφή του εισαγγελέα Εδουάρδου Μάσον, Σκωτσέζου που ήρθε στην Ελλάδα ως φιλέλληνας και αναμείχθηκε στα πολιτικά πράγματα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους εξυπηρετώντας τα συμφέροντα της Αγγλίας. Ανάμεσα στα πολλά που έκανε, και εκτός από το ότι οδήγησε τον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα στη φυλακή και σε μια εξευτελιστική δίκη, ο Εδουάρδος Μάσον μερικά χρόνια ήταν πριν ο συνήγορος υπεράσπισης του Γεώργιου Μαυρομιχάλη, όταν τον κατηγόρησαν ότι δολοφόνησε τον Καποδίστρια. Αυτόν λοιπόν, τον Εδουάρδο Μάσον, η τότε ελληνική κυβέρνηση, εκτός από το ότι τον διόρισε εισαγγελέα, τον βράβευσε και με το Αριστείο του Αγώνα για τις υπηρεσίες του στην Ελληνική Επανάσταση!

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Δημήτρης Πλαπούτας, στις 25 Μαΐου του 1834 σύμφωνα με την πρόταση του Σκωτσέζου εισαγγελέα θα οδηγούνταν στην πλατεία του Ναυπλίου, στην γκιλοτίνα, για αποκεφαλισμό… Και θα τους αποκεφάλιζαν, εάν δεν αντιστέκονταν με όλες τους τις δυνάμεις ο πρόεδρος του δικαστηρίου Αναστάσιος Πολυζωΐδης και ο ένας από τους 4 δικαστές, ο Γεώργιος Τερτσέτης. Μετά από τις μηχανορραφίες και τις εντολές του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου και του Ιωάννη Κωλέττη (οι οποίοι συμμετείχαν στο υπουργικό συμβούλιο, ήταν μέλη της ελληνικής κυβέρνησης που είχαν διορίσει οι Βαυαροί), μετά από την ξεδιάντροπη παρέμβαση του υπουργού Δικαιοσύνης Σχινά, μετά από απόπειρες δωροδοκίας, μετά από απειλές και αφού έσυραν διά της βίας οι αστυνομικοί τον Πολυζωίδη και τον Τερτσέτη, τους δύο δικαστές, αφού στους έσυραν με την απειλή ξιφολόγχης στη δικαστική αίθουσα για να υπογράψουν την καταδικαστική απόφαση, εκείνο το πρωινό του Μαΐου η δικαιοσύνη έζησε μαύρες μέρες ζητώντας να καταδικάσουν σε θάνατο το σύμβολο της Ελληνικής Επανάστασης, τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Με ψευδομάρτυρες, με αίολες κατηγορίες, με ξεδιάντροπες παρεμβάσεις, με βία και νοθεία…

Επιμέλεια – Παρουσίαση: Ειρήνη Λαλάκη

Kanali 6
Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.