
Παρακολουθώντας τη θεατρική παράσταση «Τα τραγούδια της Σωτηρίας» (στο Θέατρο του Νέου Κόσμου στην Αθήνα) ο θεατής ταυτίζεται με το κεντρικό πρόσωπο του έργου -τη Σωτηρία Μπέλλου με τον κύκλο και τον περίγυρο της, με την ίδια την εποχή, περισσότερο όμως ένα προς ένα, με τα τραγούδια που ερμήνευσε.
Η απόσταση που υπάρχει από το σήμερα και την εποχή που πραγματεύεται η παράσταση (ρεμπέτικου), μηδενίζεται και ο χρόνος σταματά σε ένα πάλκο με μια ηθοποιό, που ερμηνεύει εξαιρετικά τον ρόλο της, τα τραγούδια που επιλέγει, αλλά και τέσσερις μουσικούς που την συνοδεύουν.
Ένα ρεπερτόριο που ξεκινά στο πάλκο από το 1947, συνεχίζεται μέχρι και την δεκαετία του ’80 και δισκογραφικά από το 1966 μέχρι το 1995.
Η Σωτηρία Μπέλλου δεν ήταν απλά μια από τις ελάχιστες ερμηνεύτριες της εποχής εκείνης, αλλά ένα «αγρίμι» που δεν κατάφερε κανένας να τιθασεύσει.
Που αγαπούσε αυτό που έκανε και η ιστορία απέδειξε ότι σφράγισε με τη φωνή της το Ρεμπέτικο, το Λαϊκό και το μετέπειτα επονομαζόμενο, Μεταπολιτευτικό τραγούδι.
Ακούγοντας τις ιστορίες που αφηγείται η ηθοποιός Χριστίνα Μαξούρη, η οποία υποδύεται τη Μπέλλου, θαυμάζεις αυτή την γυναίκα που ταυτόχρονα με αυτό που ήθελε να αποδείξει (δηλαδή να γίνει φίρμα του λαϊκού τραγουδιού) πάλευε ενάντια με τους κύκλους των μουσικών, των κατεστημένων, της ανδροκρατίας, του συστήματος και φυσικά των πολιτικών της πεποιθήσεων.
Έτσι όπως ξεδιπλώνεται στο έργο η τραγουδιστική πορεία της Μπέλλου, άλλο τόσο διαπιστώνεις και συμπεραίνεις ότι κοινός παρονομαστής των κομματιών που ερμήνευε, ήταν η διαχρονικότητα τους και θα μπορούσαμε άνετα να τα χαρακτηρίσουμε εμβληματικά, τόσο για τους δημιουργούς τους, όσο και για την ίδια την ερμηνεύτρια.
Μπορεί να αντιπροσώπευσαν απόλυτα τον ίδιο τον συνθέτη και τον στιχουργό τους, η Μπέλλου όμως με την ερμηνεία της, κατάφερε να τα φιλτράρει μέσα από την χαρακτηριστική της χροιά και να τα αποδώσει στο μέγιστο.
Ακούγοντας τα και σήμερα ακόμα, με άλλους τραγουδιστές, έρχονται στο μυαλό μας οι πρώτες εκτελέσεις με την φωνή της.
Γράψαμε πιο πάνω ότι η Χριστίνα Μαξούρη υποδύεται την Μπέλλου. Όμως δεν υποδύεται αυτό καθ΄ αυτό την Μπέλλου. Αφηγείται τη ζωή της κι αυτό είναι ίσως το «κλειδί» της παράστασης.
Η ηθοποιός διαλέγει να παρουσιάσει επί σκηνής το τραγουδιστικό έργο της Μπέλλου. Αφηγείται μεν ως τρίτο πρόσωπο τη ζωή της, καταφέρνει όμως να ταυτιστεί τόσο πολύ με αυτό τον «ρόλο», που σε καμία περίπτωση δεν νιώθεις ότι δεν βλέπεις μπροστά σου την Μπέλλου.
Αν το concept και η ιδέα ήταν η Χριστίνα Μαξούρη να υποδυθεί την Μπέλλου τότε θα ήταν άλλη παράσταση.
Η ηθοποιός παρουσιάζεται ενδυματολογικά με τα ρούχα εκείνης της εποχής (όπως περίπου θα ντυνόταν η Μπέλλου) και κάνει μια εισαγωγή θυμίζοντας μας κάποιους χαρακτηρισμούς, για την σπουδαία λαϊκή τραγουδίστρια.
«Αρχόντισσα του ρεμπέτικου», «Αηδόνι των δίσκων», «Αγία του λαϊκού μας τραγουδιού».
Η Χριστίνα Μαξούρη, περνώντας χρονολογικά και βιωματικά μέσα από την ζωή της Μπέλλου, παραθέτει στο κοινό την μουσική της πορεία, αλλά και τις προσωπικές της στιγμές, που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην πορεία της.
Ο γάμος της, το βιτριόλι που έριξε στο πρόσωπο του συζύγου της, η σχέση της (και τα παράπονα που είχε) με τον Τσιτσάνη, το πάθος της με τον τζόγο, η απόσυρση και η επιστροφή της στο πάλκο και τη δισκογραφία και εν τέλει τα μεταπολιτευτικά τραγούδια που ερμήνευσε διανύοντας μια μεγάλη και σημαντική πορεία από το 1947-1990.
«Αντιλαλούνε τα βουνά», «Σβήσε το φως να κοιμηθούμε», «Ένα καράβι απ’ τον Περαία», «Μην ξαναπερνάς», «Πέφτεις σε λάθη», «Είσαι συ ο άνθρωπος μου» «Ο καημός του ξενιτεμένου», «Ο κόσμος είναι σαν μπαξές» κ.α.
Η ζωή της Μπέλλου αποτελεί ένα κομμάτι της ιστορίας του ρεμπέτικου, ενός είδους που κουβαλάει τα δικά του, ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα.
«Είπα να σβήσω τα παλιά» , «Μη μου ξαναφύγεις πιά», «Νταλίκα», «Δεν λες κουβέντα», «Θα με δικάσει», «Ζεϊμπέκικο», «Συννεφιασμένη Κυριακή», «Κάνε λιγάκι υπομονή», «Τα σπίτια είναι χαμηλά», «Άνοιξε γιατί δεν αντέχω».
Ο τρόπος που ερμηνεύει τα τραγούδια η ηθοποιός Χριστίνα Μαξούρη, τα «πατήματα» της, οι καταλήξεις, οι ανάσες, η έκφραση των λέξεων είναι όλα άψογα. Ταυτόχρονα, ερμηνεύει τον ρόλο της και παράλληλα ερμηνεύει και τα τραγούδια.
Κι αν ο κόσμος του θεάτρου νιώθει περήφανος για την ηθοποιό, το ελληνικό τραγούδι πρέπει να νιώθει κι αυτό «ενισχυμένο», που έχει στις τάξεις του, μια τόσο ξεχωριστή φωνή.
Οι μουσικοί που πλαισιώνουν την πρωταγωνίστρια είναι εξαιρετικοί όπως και ο ήχος, γιατί παίζουν και τα δύο σημαντικό ρόλο στην παρουσίαση.
Δημήτρης Κουφογιώργος-Μπουζούκι, Βασίλης Προδρόμου-Κιθάρα Τραγούδι, Δημήτρης Κούστας-ακορντεόν, Ζαχαρίας Γερασκλής-Μπουζούκι Τραγούδι.
Βασικό στοιχείο επίσης οι μπουζουξήδες που είναι «τρίχορδοι» και το ότι παίζουν με πυκνωτικά μικρόφωνα. Η κιθάρα και το ακορντεόν παίζουν χωρίς μικρόφωνα, έτσι ο ήχος είναι φυσικότατος.
Τα εύσημα φυσικά παίρνει και ο εμπνευστής της παράστασης και σκηνοθέτης Δημήτρης Χαλιώτης. Έστησε θεατρικά μια ιστορία που η ψυχή και η δύναμη της είναι τα τραγούδια.
Βασίστηκε στη φωνή μιας ηθοποιού που ανέβηκε να τραγουδήσει στο πάλκο με αξιώσεις. Που την συνοδεύουν 4 μουσικοί, στο κλίμα και το πνεύμα της εποχής που θέλουν να παρουσιάσουν.
Ο σκηνοθέτης διάλεξε ένα θέμα -την Σωτηρία Μπέλλου- που δεν είναι καθόλου εύκολο. Το παρουσιάζει όμως, λιτά και συνάμα περιεκτικά.
Στο τέλος της παράστασης οι θεατές χειροκροτούν θερμά αυτό που είδαν. Μια παράσταση που είχε οδηγό και ένα «μήνυμα» που «έλεγε» ορθά-κοφτά: «Άλλο η φωνή και άλλο η προσωπική ζωή ενός καλλιτέχνη».
Τα τραγούδια η Μπέλλου τα «κέρδισε» με το σπαθί της.
Τραγούδησε την σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας. Την εποχή του Μεσοπολέμου και του Εμφυλίου.
Την μετέπειτα εποχή του ξενιτεμού χιλιάδων Ελλήνων στις φάμπρικες της Γερμανίας.
Την Χούντα και το μεταπολιτευτικό τραγούδι.
Η Μπέλλου έχει στη φαρέτρα της τέσσερεις δίσκους (μεταξύ άλλων) στους οποίους είτε είχε συμμετοχή, είτε τους ερμήνευσε στο σύνολό τους, που σηματοδότησαν την ιστορία του ελληνικού τραγουδιού.
«10 Χρόνια Κομμάτια» (Σαββόπουλος)(1975), «Λαϊκά προάστια» (Ανδριόπουλος-Μπουρμπούλης) (1980), «Φράγμα» (Μούτσης-Τριπολίτης)(1981), Αη-Λαός (Λάγιος-Μπουρμπούλης) (1983).
Σε μια εποχή που οι δυσκολίες ήταν σαφώς περισσότερες από τις ευκολίες, τίποτα δεν χαριζόταν αλλά έπρεπε να κατακτηθεί.
Πόσο μάλλον μια Σωτηρία Μπέλλου που δεν την ένοιαζε να αναμετρηθεί με την αντρική κυριαρχία, με το κατεστημένο στα νυχτερινά κέντρα, με την κοινωνία, αλλά και τα ίδια της τα πάθη.
Η Χριστίνα Μαξούρη στις αφηγήσεις της, καταφέρνει να «περάσει» με μια ηρεμία και μια νηφαλιότητα, την έντονη ζωή αφενός, αλλά και το ρεπερτόριο αφετέρου, της Σωτηρίας Μπέλλου. Και τα καταφέρνει περίφημα.
Αυτό που παρουσιάζεται σε ένα ξύλινο πάλκο με 5 καρέκλες είναι πραγματικά μαγικό.
Είναι «τόσο-όσο»!
Είναι κάτι που σε γεμίζει πλήρως και αντιλαμβάνεσαι ακόμα μια φορά ότι η Μπέλλου έγραψε ιστορία. Κι η ιστορία δεν γράφεται σε πούπουλα ή αν κάθεσαι στο σπιτάκι σου.
Η ιστορία γράφεται αν είσαι αυθεντικός, αν είσαι ο εαυτός σου, αν δεν εξοκείλεις από την αρχική σου πορεία, αν επιμένεις, αν κάνεις τον αγώνα σου κι αν κοιτάξεις πίσω και δεις στο τέλος τις περγαμηνές σου.
Η Μπέλλου όχι μόνο έγραψε ιστορία, αλλά κατάφερε αυτή την ιστορία να την γράψει με χρυσά και κεφαλαία γράμματα.
Τα τραγούδια που ερμήνευσε μας προκαλούν ρίγη συγκίνησης.
Τα τραγούδια που ακούσαμε στην παράσταση είναι ολόκληρη η ιστορία του Ελληνικού τραγουδιού.
Είναι μεν οι συνθέτες και οι στιχουργοί τους, αλλά σίγουρα η σφραγίδα και η βούλα του καθενός από αυτά τα τραγούδια κατατέθηκε από την Σωτηρία Μπέλλου.
Είναι τραγούδια που έχουν πόνο, αίμα, αγάπη, έρωτα, χωρισμούς, τη ξενιτειά, τη φτώχεια, την φυλακή την ελπίδα.
Κι αυτά είναι τα όπλα ενός τραγουδιού.
Συγχαρητήρια σε όλους τους συντελεστές και κλείνοντας αυτή την αναφορά μου, θέλω να επισημάνω ότι στην εισαγωγή της η ηθοποιός-τραγουδίστρια είχε αναφερθεί στην ιστορία της παράστασης λέγοντας ότι ξεκίνησε από το 2021 και ακόμα «ταξιδεύει».
Ότι, από τότε -είπε- άλλαξαν πολλά και κάποια πράγματα έγιναν, ενώ δεν έπρεπε να γίνουν και κάποια άλλα δεν έγιναν ενώ έπρεπε να γίνουν.
Σαφώς με την σκέψη αυτή ο καθένας μας κάνει τις αναδρομές του.
Κι όλα αυτά συμβαίνουν σε ένα έργο που παρουσιάζεται μόνο Δευτέρα και Τρίτη. (Εγώ παρακολούθησα την παράσταση, τη Δευτέρα 10.3.2025).
Σημαντικό, γιατί είναι άλλη μια απόδειξη ότι έλκει ένα κοινό που δίνει την ίδια «αξία» ως μέρα εξόδου (εκτός από το Παρασκευοσάββατο) και στη Δευτέρα και στην Τρίτη.
Το σίγουρο είναι ότι αυτά τα τραγούδια δεν θα σβήσουν ποτέ και οι ρίζες τους είναι τόσο δυνατές, που φεύγοντας από την παράσταση αυτή, τα κρατάς ως ιερά κειμήλια.
Σαν την ίδια την ιστορία.
Με ευλάβεια..!
Το κάθε τραγούδι που είπε η Μπέλλου και όλα μαζί, είναι η ψυχές οι ζωές, η προσωπική και κοινωνική μας υπόσταση, πάνω απ’ όλα όμως είναι η ιστορία μας. Του καθενός αλλά και όλων μας!
ΥΓ. H φωτογραφία είναι της Μαρίλης Ζάρκου και τη «δανείστηκα» από τον «τοίχο» στο Facebook του σκηνοθέτη της παράστασης Δημήτρη Χαλιώτη. Αποτυπώνει τη σκηνή στην οποία η Χριστίνα Μαξούρη σηκώνεται όρθια για να ερμηνεύσει το τραγούδι «Θα με δικάσει».
Οι απόψεις εκφράζουν τον συντάκτη τους και δεν αντιπροσωπεύουν κατ’ ανάγκην την άποψη του Καναλιού 6