Της Χάρις Πισσουρίου

Ξυπνώ ήρεμη από τον ύπνο τον γλυκό, τον βαθύ, τον ανέφελο τον καλοκαιρινό και ανοίγω διάπλατα το παράθυρο του δωματίου μου να μπει δροσιά του ΜΑΗ και ένα πουλάκι μου λαλεί με ανθρώπινη φωνή:
– Γεια σου κυρά! Μα, μην αργείς, ανοίγουν τα σχολειά.
– Μα σήμερα βρε πουλί; Κελαήδα καλά.
– Ναι κυρα, κάθε χρόνο τέτοια μέρα, έτσι καιρό, ανοίγουν τα σχολειά.

Μεγάλη συμφορά ούτε σχολικά ούτε ρούχα δεν είχαν τα παιδιά.  Τρέχω στον μπαμπά.

– Άνδρα άνδρα, ξυπνά να χαρείς ανοίγουν τα σχολειά.

Ανοίγει και αυτός τα μάτια αλαφιασμένος, ένα όνειρο έβλεπε ότι ήταν ξαπλωμένος σε μια ακρογιαλιά χωρίς σκοτούρες και παιδιά.

Μας πιάσανε στον ύπνο, μου λέει, βρε κυρα, κυριολεκτικά.

– Σεπτέμβρης είναι βρε, που να σκεφτώ ότι ανοίγουν τα σχολειά.

Μια τσάντα είχαμε μοναχά και δύο τα παιδιά. Πιάσαμε σακούλα πλαστική, έκλαιγε το παιδί. Πιάσαμε μια τσάντα δικιά μου γαλλική, αλλά ήταν πολύ φανταζί. Πήρα τηλέφωνο τον βιβλιοπώλη τον Περικλή.

– Μας έλειψαν κυρα μου οι τσάντες οι σχολικές, τώρα θυμήθηκες και ‘σύ;

Φουρκίστηκα η μάνα, να βρεις λύση του λέω στη στιγμή, η τσάντα η μονή, διπλά βιβλία να χωρεί.

– Θα το μελετήσω, μου λαλεί,  και φουρκίζομαι ακόμα πιο πολύ. Μα να μην έχει ένα βιβλιοπώλη, λέω μοναχή, που να έχει συνείδηση υψηλή;

Παίρνω τηλέφωνο τη γειτόνισσα την δεξιά (δεξιά από το σπίτι θέλω να πω, όχι δεξιά δεξιά), γιατί αυτή απ’ αριστερά είναι στρίγγλα και κακιά, ενώ η δεξιά είναι καταδεχτική, ευπροσήγορη και οικοκυρά.

– Βρε γειτόνισσα, της λαλώ, έχεις εσύ τσάντα σχολική να την πάρω δανεική, γιατί είναι δύο τα παιδιά και η τσάντα μονή.

– Δεν έχω, μου λέει, γειτόνισσα καλή. Έχω και εγώ δυο παιδιά και πήγα τις προάλλες και τους αγόρασα όλα τα σχετικά.

– Έλα! της λέω, με προκαλείς, ήξερες εσύ ότι θα ανοίξουν τα σχολειά;
– Κάθε χρόνο, μου λαλεί, τέτοια εποχή ανοίγουν τα σχολεία, τόσα χρόνια μαμά δεν το ήξερες κυρά;

Και φουρκίζομαι, που λες, διότι νομίζω ότι με είπε ανοργανωτικιά (φτιάχνω και λέξεις άμα φουρκιστώ) και εγώ είμαι υπερήφανη κυπριοπούλα και αυτά δεν τα σηκώνω η μάνα η στοργική.

– Άκου να σου πω γειτόνισσα δεξιά που σε είχα για καταδεχτικιά, εγώ ξέρω ότι τα σχολειά ανοίγουν όταν αλλάξει εποχή. Τώρα που ο ήλιος μας καίει ακόμα το κορμί γιατί να ανοίξουν τα σχολεία; Δεν βλέπω εγώ ημερομηνίες κτλ, εγώ ζω τη ζωή μου με ανεμελιά, βλέπω τον καιρό και αναλόγως αντιδρώ. Και οι δάσκαλοι των παιδιών, πού είναι τώρα που θα τους χρειαστώ; Να έρθουν να κάνουν ιδιαίτερα στα παιδιά, αφού δεν έχω τσάντα για το ένα το παιδί.

Της τα είπα και ηρέμησα.
Και ανέβαλα την έναρξη της χρονιάς.
Υπερτιμημένη η παιδεία σκέφτηκα.
Και επειδή η σκέψη ήταν βαριά και βαρυσήμαντη έφτιαξα ένα φραπέ βαρύ γλυκύ.
Δεν θα φταίξω εγώ που τα παιδιά θα μείνουν αγράμματα, ο βιβλιοπώλης θα φταίει και η γειτόνισσα η δεξιά, που τόσα χρόνια εγώ την κέρναγα σπανακόπιτα και αυτή με κέρασε φαρμάκι.

Καύσωνας όμως… Δεκέμβρη να τα στείλουμε τα παιδιά, Χριστούγεννα θα έρθουν, θαύματα γίνονται.

Πηγή φωτογραφίας: classicalpoets.org

 

Οι απόψεις εκφράζουν τον συντάκτη τους και δεν αντιπροσωπεύουν κατ’ ανάγκην την άποψη του Καναλιού 6