Σημαντικές αδυναμίες στη λειτουργία των δημόσιων επιβατικών μεταφορών στη Λευκωσία καταγράφει ειδική έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, η οποία αξιολόγησε την εμπειρία του επιβάτη σε πραγματικές συνθήκες.
Στην έρευνα συμμετείχαν 110 μέλη του προσωπικού της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, τα οποία χρησιμοποίησαν τις δημόσιες συγκοινωνίες ως απλοί επιβάτες, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση του παρόχου.
Συμπληρώθηκαν συνολικά 204 ερωτηματολόγια, ενώ οι περισσότερες διαδρομές επαναλήφθηκαν επτά φορές, σε διαφορετικές ημέρες και από διαφορετικά πρόσωπα. Η έκθεση καταγράφει ως μία από τις βασικότερες αδυναμίες την πληροφόρηση προς το επιβατικό κοινό. Εντοπίστηκαν λανθασμένα ωράρια, ανακριβείς τοποθεσίες στάσεων και ασυνέπειες ανάμεσα σε ιστοσελίδες και εφαρμογές.
Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, μάλιστα, η πραγματική θέση στάσης απείχε δεκάδες μέτρα από αυτή που παρουσιαζόταν ηλεκτρονικά. Προβλήματα διαπιστώθηκαν και στις ίδιες τις στάσεις.
Στο 55% των στάσεων που εξετάστηκαν δεν υπήρχε καμία πληροφόρηση για τα δρομολόγια, ενώ το 32% δεν διέθετε στέγαστρο και το 22% δεν είχε ούτε κάθισμα ούτε στέγαστρο.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στη χαμηλή συχνότητα ορισμένων γραμμών, όπου το λεωφορείο περνούσε ανά μία ή ακόμη και δύο ώρες. Η απώλεια ενός δρομολογίου μπορούσε έτσι να οδηγήσει σε πολύωρη αναμονή, ενώ σε έξι από τα εννέα σενάρια μετακίνησης απαιτήθηκε και μετεπιβίβαση σε δεύτερο λεωφορείο.
Η Ελεγκτική Υπηρεσία επισημαίνει επίσης ότι η εμπειρία του επιβάτη επηρεάζεται και μετά την επιβίβαση, καθώς δεν παρέχεται πάντοτε επαρκής ενημέρωση για τις επόμενες στάσεις και τον χρόνο άφιξης, ενώ δεν υπάρχει δυνατότητα αγοράς εισιτηρίου με τραπεζική κάρτα.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στην προσβασιμότητα για άτομα με αναπηρία, με την έκθεση να σημειώνει ότι οι τεχνικές διευκολύνσεις δεν είναι αρκετές εάν δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν αποτελεσματικά στην πράξη. Παρά τις επιμέρους θετικές αξιολογήσεις, όπως η συμπεριφορά των οδηγών και το αίσθημα ασφάλειας, το 63% των συμμετεχόντων δήλωσε ότι δεν θα επέλεγε ξανά τη χρήση λεωφορείου.
Η Ελεγκτική Υπηρεσία καταλήγει ότι το βασικό ζήτημα δεν είναι μόνο οι επιμέρους ελλείψεις, αλλά και η αποτελεσματικότητα της κρατικής εποπτείας. Όπως σημειώνει, απαιτείται συνεχής έλεγχος της ακρίβειας των πληροφοριών, της εκτέλεσης των δρομολογίων, της κατάστασης των στάσεων, της προσβασιμότητας και συνολικά της ποιότητας της υπηρεσίας.

