*Φωτογραφία: Αριστερά, ο αρχαιολόγος Βάσος Καραγιώργης. Δεξιά, το Κυπριακό Μουσείο μετά την εκκένωσή του, το 1974. (Τμήμα Αρχαιοτήτων Κύπρου), από τη σελίδα του αρχαιολόγου Κώστα Πασχαλίδη στο facebook.
Τον Αύγουστο του 1974, εκείνες τις τραγικές ημέρες της δεύτερης εισβολής, την ώρα που γύρω έπεφταν βόμβες, οι μάχες είχαν φτάσει πια κοντά σε κατοικημένες περιοχές και όλοι έτρεχαν να γλιτώσουν από τη συμφορά του πολέμου, στη Λευκωσία κάποιοι άνθρωποι έτρεξαν στο Κυπριακό Μουσείο. Λίγο πριν είχαν ακούσει από το ραδιόφωνο του ΡΙΚ μία ακόμη δραματική έκκληση, ωστόσο κατά τι διαφορετική…
Ο αρχαιολόγος και Διευθυντής του Τμήματος Αρχαιοτήτων, Βάσος Καραγιώργης, βλέποντας ότι ο πόλεμος ήταν πια κυριολεκτικά ante portas και με το μουσείο να απέχει μόλις λίγα μέτρα από την πράσινη γραμμή, απευθύνοντας δραματική έκκληση στην πολιτική ηγεσία και επιμένοντας με πείσμα, τόσο τηλεφωνικώς όσο και με αυτοπρόσωπη παρουσία στο ΡΙΚ, είχε καταφέρει να ακουστεί από το ραδιόφωνο αυτή η έκκληση προς τους εργαζόμενους του μουσείου, αρχαιολόγους όλων των αρμοδιοτήτων, μια που τότε κινητά δεν υπήρχαν και έπρεπε σε συνθήκες πολέμου να τους ειδοποιήσει. Ζήτησε, απαίτησε, παρακάλεσε, έκανε ό,τι μπορούσε για να ακουστεί το κάλεσμα και με τη βοήθεια των ανθρώπων του μουσείου, να διασώσουν τους αρχαιολογικούς θησαυρούς της Κύπρου.
Οι εργαζόμενοι στο μουσείο, μόλις άκουσαν την ανακοίνωση από το ραδιόφωνο, ανταποκρίθηκαν αμέσως και ξεκίνησε ο μαραθώνιος της καταγραφής και της συσκευασίας των εκθεμάτων του Κυπριακού μουσείου σε ξύλινες κούτες, την ώρα που γύρω τους έπεφταν βόμβες.
Στη συνέντευξη που έδωσε ο Βάσος Καραγιώργης το 2013 στη Μερόπη Μωυσέως και στο «Παράθυρο Πολιτισμού» του «Πολίτη», θυμάται: «Η κατάσταση ήταν δύσκολη, ο κίνδυνος ήταν προ των πυλών. Κάλεσα όλους τους υπαλλήλους και τους είπα: “Να πάτε να φέρετε εφημερίδες, κιβώτια, και θα βάλουμε με τάξη μέσα όλους τους θησαυρούς του μουσείου και θα τους φύγουμε”. Είναι μερικές εκατοντάδες μέτρα που χώριζαν το μουσείο από τα γεγονότα», συνεχίζει ο Βάσος Καραγιώργης. «Οι Τούρκοι θα μπορούσαν θαυμάσια να καταλάβουν το μουσείο και να το λεηλατήσουν. Επί μέρες και νύχτες κάναμε καταλόγους, βάζαμε με προσοχή τους θησαυρούς του μουσείου μέσα σε κιβώτια και τα πήραμε, χωρίς να ξέρει κανείς πού, στη Λεμεσό. Και με την πρώτη ευκαιρία τα στείλαμε στην Αθήνα. Τα συνόδευσα εγώ προσωπικά. Τα πιο σημαντικά, που δεν ήταν και μεγάλα. Και έγινε με αυτά τα αντικείμενα μια έκθεση εκεί, στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Όταν ήρθε ο Μιχάλης Κακογιάννης να κάνει ένα ντοκιμαντέρ [ο Βάσος Καραγιώργης αναφέρεται στο ντοκιμαντέρ «Αττίλας ’74, ο βιασμός της Κύπρου», που κινηματογράφησε ο Μιχάλης Κακογιάννης επί τόπου στο νησί λίγους μήνες μετά την εισβολή] και μου είπε “θέλω να μου δείξεις το μουσείο”, του είπα “μα, κύριε Κακογιάννη, τι θα δείτε;”. “Ακριβώς”, μου λέει, “γι’ αυτό θέλω να μου το δείξεις”. Και περπατήσαμε μπροστά σε άδειες βιτρίνες»…
Επιμέλεια – Παρουσίαση: Ειρήνη Λαλάκη

