Στις 13 Ιουλίου του 1965 πέθανε ο Φώτης Κόντογλου. Κι αναρωτιέμαι στις μέρες μας αν αυτό το όνομα λέει κάτι και σε ποιους. Τόσο γρήγορα που τρέχουν πια οι εποχές, τόσο γρήγορα που σβήνουν πια τα χνάρια των ανθρώπων, δεν ξέρω τι διασώζεται και τι θάβεται κάτω από ταχύτητες, οθόνες, εξέλιξη, τάχα, ανάπτυξη, τάχα, εκσυγχρονισμούς. Τάχα…
Ο Φώτης Κόντογλου ήταν συγγραφέας, ζωγράφος και αγιογράφος. Και ξέρω πως αυτές οι ιδιότητες για πολλούς δεν σημαίνουν τίποτα. Τόσοι και τόσοι έγραψαν και ζωγράφισαν. Μόνο που ο Φώτης Κόντογλου ήταν από ‘κείνους τους λίγους που έγραψε, ζωγράφισε και αγιογράφησε βάζοντας για πάντα τη δική του σφραγίδα. Γιατί είχε ταλέντο. Και έμπνευση. Και μόρφωση. Και μια στάση ζωής που έκανε το έργο του ξεχωριστό. Και συνήθως είναι αυτοί οι άνθρωποι που εξαιτίας της στάσης τους απέναντι στα πράγματα, σιγά σιγά λησμονιούνται ή μένουν στην αφάνεια. Αλλά μόνο προσωρινά. Γιατί όταν το έργο ενός ανθρώπου είναι πράγματι σπουδαίο, θα παραμείνει στα χρόνια, ό,τι και να γίνει. Και θα ΄ρθει ο καιρός που θα ανακαλυφθεί εκ νέου.
Δεν ξέρω αν αυτό το μικρό αφιέρωμα στον σπουδαίο Φώτη Κόντογλου γίνει πιο ελκυστικό, αν θυμηθούμε, μια που είμαστε στην καρδιά του καλοκαιριού, ότι στην Κίμωλο, σ’ αυτό το ωραἰο νησί των Κυκλάδων, υπάρχει μια μεγάλη εκκλησία που δεσπόζει στο Χωριό, έτσι λέγεται η χώρα της Κιμώλου, και σε εκείνη την εκκλησία, τη μητρόπολη του πανέμορφου νησιού, μπορεί κάποιος να δει τις θαυμάσιες αγιογραφίες του Φώτη Κόντογλου. Επίσης, αν βρεθεί στην Πάτρα, στο Ρίο και στο παρεκκλήσι της Αγίας Λουκίας στο κτήμα Ζαϊμη, αν βρεθεί στο Κάιρο, στο Σπετσεροπούλειο Ορφανοτροφείο ή στην Αθήνα, στο παρεκκλήσι της Αγίας Αικατερίνης στον Ερυθρό Σταυρό, στην Κοίμηση της Θεοτόκου στο Μοναστηράκι, εκεί που πίνουμε καφέδες και τρώμε λιχουδιές, στον Άγιο Χαράλαμπο στο Πεδίον του Άρεως, στην Καπνικαρέα, την εκκλησία της οδού Ερμού, εκεί που κατά χιλιάδες ο κόσμος κάνει τα ψώνια του, στον Άγιο Γεώργιο στην Κυψέλη ή στον ναό Ζωοδόχου Πηγής στην Παιανία μπορεί κάποιος να δει εξαίσιες αγιογραφίες και τοιχογραφίες του Φώτη Κόντογλου. Όπως εκείνες οι τοιχογραφίες που έφτιαξε στο δημαρχιακό μέγαρο των Αθηνών, όταν, το 1937 ο δήμαρχος Κώστας Κοτζιάς του ανέθεσε τη διακόσμηση και ο Φώτης Κόντογλου ζωγρἀφισε τους τοίχους του δημαρχείου με 65 μορφές από τον μύθο ίσαμε την πραγματικότητα, από τον Θησέα έως τον Κολοκοτρώνη. Όταν τελείωσε το έργο του, μετά από σκληρή δουλειά, είχαν περάσει 4 χρόνια και είχε έρθει ο πόλεμος. 1941 και ο δήμαρχος δεν πληρώνει στον Φώτη Κόντογλου δεκάρα. Στην Κατοχή αναγκάζεται να πουλήσει το σπίτι του για ένα σακί αλεύρι. Το σπίτι του είναι επίσης ζωγραφισμένο. Ο νέος ιδιοκτήτης, φαντάζομαι Έλλην, βάφει τους ζωγραφισμένους τοίχους και τους τρυπάει για να περάσει σωλήνες και καλώδια…
Ο Φώτης Κόντογλου, από το Αϊβαλί της Μικράς Ασίας, γεννήθηκε το 1895 και έζησε τα παιδικά του χρόνια σε μια χερσόνησο ζωσμένη από τη θάλασσα, με μια φύση πρωτόγονη και οργιαστική. Μεγάλωσε ο Φώτης Κόντογλου, αυτός και τα τρἰα αδέρφια του, χωρίς τον πατέρα του, που ήταν ναυτικός, και μια μέρα έφυγε και δεν ξαναγύρισε ποτέ. Δύο χρονών ήταν ο Φώτης Κόντογλου όταν ανέλαβε την κηδεμονία της οικογένειας ο αδερφός της μητέρας του, ηγούμενος στο μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής, όπου ήταν και το πατρογονικό κτήμα της οικογένειας. Έτσι, ο Φώτης Κόντογλου που από πάντα θυμόταν τη μάνα του στα μαύρα, διάλεξε μεγαλώνοντας το δικό της όνομα. Δέσποινα Κόντογλου την έλεγαν και τον πατέρα του Νικόλα Αποστολέλη.
Μεγαλώνοντας σε μια παράξενη μεσαιωνική, βουκολική και ασκητική ατμόσφαιρα, εκεί στο μοναστήρι στο Αϊβαλί, ο Φώτης Κόντογλου από μικρός αγάπησε βαθιά τη θάλασσα και τις ιστορίες που διάβαζε για κουρσάρους, ταξιδευτές και θαλασσοπόρους. Ιστορίες που αργότερα έγραψε και στα βιβλία του. «Αντί να γίνω ναυτικός, να κάνω ταξίδια στις μακρινές θάλασσες, έγινα γραφιάς και τα γράφω στο χαρτί». Έγινε και ζωγράφος. Ο Φώτης Κόντογλου. Που γεννήθηκε στο Αϊβαλί το 1895, έζησε 70 γεμάτα και δύσκολα χρόνια, γύρισε τον κόσμο και εξιστόρησε για μας με τα μολύβια, με τα πινέλα του και με θρησκευτική ευλάβεια, μας εξιστόρησε τις αγάπες του: τα ταξίδια, τη ρωμιοσύνη και τη θάλασσα. «Όποτε δω τη θάλασσα, ξεπετά η καρδιά μου», γράφει. «Θαρρείς πως δεν έχω βγει από την κοιλιά της μάνας μου, αλλά από τη θάλασσα. Ακούω από μακριά τη βουή της και δροσίζεται η ψυχή μου πριν να τη δω».
Επιμέλεια – Παρουσίαση: Ειρήνη Λαλάκη

