Τον Ιούνιο του 1821, και ενώ είχε ξεκινήσει ο απελευθερωτικός αγώνας, οι Οθωμανοί πυρπόλησαν το Αϊβαλί, την ελληνική πόλη στη Μικρά Ασία απέναντι από τη Λέσβο, τις αρχαίες Κυδωνίες, που είχαν κατοικηθεί από το 1500 π.Χ. ακόμα. Κατέκαψαν και λεηλάτησαν το Αϊβαλί ως αντίποινα επειδή ο ελληνικός στόλος πυρπόλησε ένα τουρκικό καράβι έξω από την Ερεσό της Λέσβου. Ολόκληρη η πόλη των Κυδωνιών καταστράφηκε, μεγάλο μέρος του πληθυσμού σφαγιάστηκε, τα γυναικόπαιδα πουλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα και τα ελληνικά πλοία κατάφεραν να διασώσουν 5.000 πρόσφυγες που κατέφυγαν στα Ψαρά, το μικρό νησί δίπλα στη Χίο.
Ανάμεσα σ’ αυτούς τους 5.000 πρόσφυγες ήταν και μια γυναίκα που αργότερα την είπαν Ψωροκώσταινα, πολύ αργότερα αυτό το παρατσούκλι της ταυτίστηκε με την Ελλάδα, και κανείς δεν ξέρει με βεβαιότητα αν ήταν όντως υπαρκτό πρόσωπο, αλλά πάντως η ιστορία που θρυλείται σχετικά με τη ζωή και το όνομά της έχει κάπως έτσι:
Πάμε πίσω, το 1821, εκεί, στα Ψαρά, όταν υποδέχονται τους πρόσφυγες από το Αϊβαλί, ανάμεσά τους και την Πανώρεια Χατζηκώστα ή Χατηκώσταινα, μια όμορφη αρχόντισσα με μεγάλη περιουσία που μόλις είχε χάσει τα πάντα: οι Τούρκοι έσφαξαν μπροστά στα μάτια της τον άντρα της έμπορο Κώστα Αϊβαλιώτη και τα παιδιά τους. Από τα Ψαρά η Πανώρεια Χατζηκώστα βρέθηκε στο Ναύπλιο ακολουθώντας τον λόγιο Βενιαμίν Λέσβιο ο οποίος ήταν δάσκαλος στο Αϊβαλί, στην Ακαδημία των Κυδωνιών, και την πήρε μαζί του για να του κάνει τις δουλειές του σπιτιού και να της δίνει ένα μεροκάματο. Όμως το 1824 ο Βενιαμίν Λέσβιος πέθανε και η Πανώρεια Ψαροκώσταινα έπρεπε να βγάλει το ψωμί της. Διαβάζω πως άλλοτε έκανε τον αχθοφόρο, άλλοτε την πλύστρα, άλλοτε είχε ένα πιάτο φαΐ από ελεημοσύνες όσων τη συμπονούσαν.
Η Πανώρεια Ψαροκώσταινα που έχει χάσει τα παιδιά της, παρά τη φτώχεια της (ή μήπως εξαιτίας αυτής;) παίρνει υπό την προστασία της όσα ορφανά του πολέμου να βοηθήσει. Για να τα θρέψει, χτυπάει τις πόρτες και ζητιανεύει, παραμελεί δε τόσο τον εαυτό της που τα χαμίνια την πειράζουν και την φώναζαν Ψωροκώσταινα. Ώσπου τον Ιούνιο του 1826, μετά την έξοδο και την πτώση του Μεσολογγίου, με την επανάσταση να κινδυνεύει και τους καθημαγμένους Έλληνες να βρίσκονται σε δεινή θέση, γίνεται έρανος στην πλατεία του Ναυπλίου. Κανείς λέει δεν πλησίαζε στο τραπέζι για να δώσει τον οβολό του, ώσπου εμφανίστηκε η εξαθλιωμένη Πανώρεια Ψαροκώσταινα, που λόγω της φτώχειας της τη φώναζαν πια Ψωροκώσταινα, πλησίασε εκείνη στο τραπέζι, έβγαλε από το χέρι της ένα ασημένιο δαχτυλίδι, έβγαλε και από την τσέπη της ένα γρόσι και είπε: «Δεν έχω τίποτα άλλο να δώσω». Λέγεται πως όταν είδαν οι συγκεντρωμένοι την κίνηση της Ψωροκώσταινας, ή συγκινήθηκαν ή ντράπηκαν και προσήλθαν προσφέροντας στον έρανο ό,τι είχε ο καθένας …
Οι γραπτές πηγές εκείνης της εποχής που είναι γνωστές μέχρι σήμερα δεν αναφέρουν κάπου ως γεγονός την ιστορία της Ψωροκώσταινας. Η πρώτη γραπτή αναφορά στο πρόσωπο της Πανώρειας Χατζηκώστα, της Ψωροκώσταινας γίνεται το 1904. Υπάρχει επίσης μια ασαφής αναφορά ότι κάποιος βουλευτής πολύ αργότερα, το 1942, σε μια συνεδρίαση χαρακτήρισε και την Ελλάδα Ψωροκώσταινα.
Μέχρι τις μέρες μας έχει φτάσει η λέξη που χαρακτηρίζει την Ελλάδα και δεν σχετίζεται βέβαια με την ηρωική προσφορά εκείνης της εξαθλιωμένης γυναίκας που από πλούσια αρχόντισσα έγινε πρόσφυγας στην ίδια της την πατρίδα και μέχρι να πεθάνει βοηθούσε η πάμφτωχη τους φτωχούς. Δυστυχώς η λέξη ψωροκώσταινα χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει μια Ελλάδα πτωχευμένη που είτε είναι κακοπληρωτής είτε δεν έχει να πληρώσει για τους πολίτες της. Όπως τότε, εκείνη η αντιβασιλεία στου Όθωνα τα χρόνια…
Επιμέλεια – Παρουσίαση: Ειρήνη Λαλάκη

