Διανύουμε το έτος 2026… κι όμως, ο Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Στέγης δεν έχει καταφέρει ακόμα ακόμα να ολοκληρώσει το νέο Πληροφοριακό Σύστημα του, το οποίο προβλεπόταν ότι θα τελειώσει πριν από πέντε χρόνια.
Σύμφωνα με όσα καταγράφονται σε ειδική έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας η οποία δημοσιεύθηκε σήμερα, ως αποτέλεσμα της μη υλοποίησης του συγκεκριμένου έργου, ο Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Στέγης δεν παρέχει χρήσιμες υπηρεσίες στους πελάτες του, όπως πιστωτικές κάρτες, ηλεκτρονική τράπεζα και μηχάνημα αυτόματων συναλλαγών – ΑΤΜ.
Η καθυστέρηση και η όλη διαδικασία εφαρμογής του νέου Πληροφοριακού Συστήματος του Οργανισμού, για την περίοδο 2021 μέχρι το 2025 φέρνει μια επιπρόσθετη επιβάρυνση 3,55 εκατομμυρίων ευρώ. Το ποσό αυτό προκύπτει από τα πρώτα 5 χρόνια αναμενόμενης λειτουργίας Συστήματος, χωρίς να συνυπολογίζονται το διοικητικό κόστος ή άλλες παρεμφερείς αρνητικές συνέπειες.
Επιπλέον, το γεγονός ότι ο Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Στέγης δεν προχώρησε σε τερματισμό της σύμβασης με την εταιρεία η οποία ανέλαβε το έργο, του στέρησε τη δυνατότητα κατάσχεσης εγγυητικής αξίας €452 χιλιάδων.
Στον προλογισμό του ο Γενικός Ελεγκτής Ανδρέας Παπακωνσταντίνου, σημειώνει πως από τον έλεγχο που έγινε διαπιστώθηκαν σημαντικά προβλήματα στην απόδοση του υπεργολάβου καθώς και κενά στη διοικητική λειτουργία του Οργανσιμού, ιδίως λόγω της μη πλήρους συγκρότησης του Διοικητικού Συμβουλίου και μη διορισμού Γενικού Διευθυντή. Κατά τον Γενικό Ελεγκτή οι εκκρεμότητες αυτές επηρέασαν καθοριστικά στην έγκαιρη λήψη διορθωτικών αποφάσεων.
Αναφέρεται επίσης, πως οι ενέργειες για αντικατάσταση υπεργολάβου δεν τελεσφόρησαν, ενώ τελικά ο ΟΧΣ «αναγκάστηκε» να προσφύγει σε λύση ανάγκης.
Ως προς τις οικονομικές επιπτώσεις, ο Γενικός Ελεγκτής σημειώνει, πως η μη υλοποίηση του νέου Πληροφοριακού Συστήματος οδήγησε τον Οργανισμό στη συνέχιση εξάρτησης από την Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων (ΚΕΔΙΠΕΣ) και στην ανάγκη αναβάθμισης του παλαιού συστήματος.
Ο κ. Παπακωνσταντίνου εντοπίζει επίσης και παραβίαση νομοθεσίας, κάνοντας αναφορά σε αντικανονική τροποποίηση της σύμβασης, όπως αυτή εγκρίθηκε τον Δεκέμβριο 2024, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να αλλοιωθεί ουσιωδώς το αντικείμενό της.
Αντί της υλοποίησης νέου Πληροφοριακού Συστήματος, η σύμβαση περιορίστηκε ουσιαστικά στην αξιοποίηση εξοπλισμού και περιφερειακών συστημάτων, επιλογή που, κατά την άποψη της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, δεν ήταν σύννομη.
Ο Γενικός Ελεγκτής υπογραμμίζει, πως η αποτυχία υλοποίησης του νέου Πληροφοριακού Συστήματος δεν αποτελεί απλώς τεχνική ή συμβατική αστοχία, αλλά ζήτημα στρατηγικής σημασίας αφού τα κεντρικά συστήματα πληροφορικής στον τραπεζικό τομέα αποτελούν τη ραχοκοκαλιά λειτουργίας των πιστωτικών ιδρυμάτων.
Σημειώνεται ότι η σύμβαση συνολικής αξίας 10 εκατομμυρίων 245 χιλιάδων υπογράφτηκε τον Ιανουάριο 2019 με διάρκεια εκτέλεσης δύο έτη, μέχρι τον Ιανουάριο 2021 για την υλοποίηση του και 6+3 έτη λειτουργία και συντήρηση του.

