Την άρση της βουλευτικής ασυλίας του Βουλευτή του Δημοκρατικού Συναγερμού, Νίκου Σύκα, αποφάσισε ομόφωνα την Πέμπτη το Ανώτατο Δικαστήριο, ανοίγοντας τον δρόμο για την πλήρη διερεύνηση υπόθεσης, που αφορά φερόμενη βιαιοπραγία σε βάρος της συντρόφου του.

Το Ανώτατο Δικαστήριο αποδέχθηκε το αίτημα του Γενικού Εισαγγελέα, ώστε ο Βουλευτής να ανακριθεί για τα διερευνώμενα αδικήματα, κρίνοντας ότι συντρέχουν «γνήσιοι και σοβαροί λόγοι» δημοσίου συμφέροντος και ότι δεν υφίσταται οποιαδήποτε πολιτική ή κομματική σκοπιμότητα πίσω από την αίτηση.

Την απόφαση ανέγνωσε η Πρόεδρος του σώματος, Κατερίνα Σταματίου, υπογραμμίζοντας τη σοβαρότητα των υπό διερεύνηση αδικημάτων.

«Η απόφαση είναι ομόφωνη. Τα αδικήματα που εξετάζονται εναντίον του καθ’ ου η αίτηση είναι σοβαρά. Όχι μόνο ως εκ της φύσεως τους, αλλά και υπό το φως των παρόντων περιστάσεων διάπραξής τους, όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την κυρίως αίτηση», ανέφερε.

Η Πρόεδρος του Δικαστηρίου σημείωσε ότι τα διερευνώμενα αδικήματα δεν φαίνεται να έχουν οποιαδήποτε σχέση με την πολιτική ή κοινοβουλευτική δραστηριότητα του Βουλευτή, εντός ή εκτός Βουλής, ούτε υπήρξε σχετική εισήγηση προς αυτή την κατεύθυνση.

«Θεωρούμε ότι η αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα βασίζεται σε γνήσιους και σοβαρούς λόγους (…). Η αποδιδόμενη στον καθ’ ου η αίτηση συμπεριφορά και πράξεις απαιτεί την άμεση διερεύνηση της υπόθεσης», ανέφερε η Δικαστής Σταματίου.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε από το Ανώτατο στις αρχές του κράτους δικαίου.

Όπως ανέφερε «οι αρχές του κράτους δικαίου υπαγορεύουν ισονομία και ισοπολιτεία» και ότι «όλοι είναι ίσοι ενώπιον του νόμου ανεξαρτήτως ιδιότητας».

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η άδεια πρέπει να δοθεί για όλα τα στάδια της διαδικασίας, από τη λήψη ανακριτικής κατάθεσης μέχρι και την εκτέλεση τυχόν απόφασης, χωρίς να απαιτείται εκ νέου άδεια σε κάθε στάδιο.

«Η αίτηση εγκρίνεται και αίρεται η ασυλία του Βουλευτή του Δημοκρατικού Συναγερμού Νίκου Σύκα σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 83.2 του Συντάγματος», κατέληξε η Πρόεδρος.

Νωρίτερα, κατά την αγόρευσή του, ο συνήγορος του Νίκου Σύκα, Χρήστος Πουργουρίδης, δήλωσε ότι σε επίπεδο νομικής πτυχής συμφωνεί με τα όσα ανέφερε ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας Σάββας Αγγελίδης, σημειώνοντας πως δεν έχει κάτι ουσιώδες να προσθέσει.

«Θεωρώ απόλυτα σωστή τη θέση στην υπόθεση Θεμιστοκλέους ότι δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται η ασυλία ως ασπίδα του Βουλευτή έναντι του Ποινικού Κώδικα σε ό,τι αφορά προσωπικές και επαγγελματικές δραστηριότητες και πρέπει να περιορίζεται στα βουλευτικά καθήκοντα και ό,τι απορρέει από αυτά», είπε.

Ωστόσο, έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου προβληματισμούς, επισημαίνοντας ότι ο πελάτης του είναι εν ενεργεία Βουλευτής και υποψήφιος στις επικείμενες βουλευτικές εκλογές, ενώ αναφέρθηκε επίσης στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει το αίτημα, σύμφωνα με την οποία τα υπό διερεύνηση αδικήματα φέρονται να διαπράχθηκαν στην Ελλάδα, σε χώρο όπου βρίσκονταν μόνο ο Βουλευτής και η καταγγέλλουσα.

Εξέφρασε ένσταση ως προς τη χρήση του όρου «θύμα», λέγοντας ότι «αντίκειται στο Σύνταγμα να υπάρχει θύμα πριν από καταδίκη», προσθέτοντας ότι «έχει γίνει της μόδας να θεωρούνται οι πάντες ένοχοι, χωρίς την παραμικρή μαρτυρία».

Παράλληλα, υποστήριξε ότι η «καταγγέλλουσα» -όπως αναφέρεται στην αίτηση- έχει αποσύρει την επιθυμία της να προχωρήσει η υπόθεση στο Δικαστήριο, θέτοντας το ερώτημα κατά πόσον μπορούν να αποδειχθούν τα αδικήματα χωρίς τη δική της μαρτυρία.

«Δεν είναι στα πλαίσια της συγκεκριμένης αίτησης, όμως είναι ένας προβληματισμός που πρέπει να τον βάλω», είπε ο κ. Πουργουρίδης, για να διερωτηθεί στη συνεχεία αν εξυπηρετούνται οι σκοποί του νόμου όταν μια γυναίκα δηλώνει ότι δεν μπορεί να διαχειριστεί το θέμα και δεν επιθυμεί να καταθέσει.

Στους προβληματισμούς της υπεράσπισης απάντησε ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας Σάββας Αγγελίδης, ο οποίος έκανε λόγο για επιχειρηματολογία που «έχει πνίξει τη μη ένσταση».

Όπως ανέφερε, το γεγονός ότι η παραπονούμενη δεν επιθυμεί να δώσει ένορκη μαρτυρία στο Δικαστήριο «δεν έχει καμία απολύτως σχέση με το αίτημα άρσης ασυλίας».

Ο κ. Αγγελίδης τόνισε ότι «η νομολογία είναι ξεκάθαρη», εξηγώντας ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει την επάρκεια ή την ποιότητα του μαρτυρικού υλικού στο στάδιο αυτό, ούτε υπάρχει υποχρέωση απόδειξης της υπόθεσης.

«Ο μόνος που αρμοδίως αποφασίζει για την επάρκεια του οποιουδήποτε μαρτυρικού υλικού για κατάθεση υπόθεσης στο Δικαστήριο είναι ο Γενικός Εισαγγελέας», σημείωσε.

Αναφορικά με τη χρήση του όρου «θύμα», ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας επεσήμανε ότι αυτός χρησιμοποιείται βάσει της ερμηνείας που δίνει ο ίδιος ο νόμος, ενώ πρόσθεσε ότι ακόμη και σε περίπτωση απόσυρσης καταγγελίας, η συνέχιση της υπόθεσης διασφαλίζεται εφόσον υπάρχει σχετικό υλικό.

Καταληκτικά ανέφερε ότι το κρίσιμο ζήτημα είναι αν η αίτηση εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, προειδοποιώντας ότι διαφορετική προσέγγιση θα μετέτρεπε την ασυλία σε «ασπίδα» για τους Βουλευτές.

Πηγή: ΚΥΠΕ

Kanali 6
Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.