Τον Απρίλιο του 1902, γεννήθηκε η ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη. Και μόλις 28 χρόνια μετά, πάλι μήνα Απρίλιο, η Μαρία Πολυδούρη άφησε την τελευταία της πνοή.

Η Μαρία Πολυδούρη γεννήθηκε στην Καλαμάτα με πατέρα τον φιλολόγο Ευγένιο, και μητέρα την Κυριακή Μαρκάτου, γυναίκα μορφωμένη και με πρώιμες για την εποχή της φεμινιστικές αντιλήψεις. Η Μαρία Πολυδούρη είχα άλλα 6 αδέρφια, δύο από τα οποία τα είδε να πεθαίνουν σε νηπιακή ηλικία. Ο πατέρας τους συχνά έλεγε στις κόρες του: «Τι κάθεστε και κεντάτε, εγώ θέλω να γίνετε γυναίκες για να ανοίξετε τον δρόμο προς την χειραφέτηση. Εάν δεν τον ανοίξετε εσείς ποιος θα το κάνει στη θέση σας;» Έτσι μεγάλωσε η Μαρία Πολυδούρη, σε μια μεσοαστική οικογένεια, με πολλές μεταθέσεις λόγω του καθηγητή πατέρα της και με πολλά ερεθίσματα λογοτεχνίας, πολισμού και ιστορίας. Ήδη στα 14 της χρόνια γράφει τα πρώτα της ποιήματα ενώ από τα 16 της, μετά από διαγωνισμό, διορίζεται στη νομαρχία Καλαμάτας.

Το 1920 η Μαρία Πολυδούρη είναι 18 χρονών και θα χάσει τους γονείς της, Ο πατέρας της πεθαίνει ξαφνικά από πνευμονία και 40 ημέρες μετά πεθαίνει και η μητέρα της. Μετατίθεται στην Νομαρχία Αττικής ως γραφεύς Β’ τάξεως και εγγράφεται στη Νομική σχολή Αθηνών. Αυτό τη δεκαετία του ’20 δεν ήταν ούτε απλό ούτε συνηθισμένο, μια που τότε οι γυναίκες που φοιτούσαν στο πανεπιστήμιο ήταν μετρημένες, πόσο μάλλον στη Νομική…

Στις 15 Φεβρουαρίου του 1921 η Μαρία Πολυδούρη παρουσιάστηκε και στην εργασία της στη Νομαρχία. Εκείνη την ημέρα σημειώνει στο ημερολόγιό της: «Επήγα σήμερα στο γραφείο να αναλάβω υπηρεσία. Τι τρομερό κρύο. Είχαν ξεπαγιάσει όλοι. Μου παρουσίασαν καμπόσους από τους και τας συναδέλφους. Τι έκπληξις. Παρ’ ολίγο θα γελούσα μπρος τους. Κάτι νέοι σκυθρωποί και ανάπηροι, ολίγοι γέροι με κακόβουλο ύφος, κάτι δεσποινίδες σαλατολόγοι και υπερφίαλοι. Θεός φυλάξοι μην είναι όλοι οι συνάδελφοι στον ίδιο τύπο. Ή θα αηδιάζω ή θα πεθαίνω στα γέλια βλέποντάς τους…» γράφει η Μαρία Πολυδούρη στο ημερολόγιό της. Και ευτυχώς δεν ήταν όλοι οι συνάδελφοι στον ίδιο τύπο. Γιατί έναν χρόνο μετά, το 1922 μετατίθεται στη νομαρχία Αττικής ο Κώστας Καρυωτάκης, ο οποίος είναι 26 χρονών και έχει ήδη δημοσιεύσει δύο ποιητικές συλλογές. Οι δύο νέοι θα γνωριστούν, θα ερωτευθούν και θα σημαδέψει ο ένας από την ύπαρξη του άλλου.
Η Μαρία Πολυδούρη όταν έμαθε πως ο Κώστας Καρυωτάκης έπασχε από σύφιλη, του πρότεινε να παντρευτούν χωρίς να κάνουν παιδιά, εκείνος δεν δέχθηκε για να μην της χαραμίσει τη ζωή, και ο έρωτάς τους έμεινε να πορεύεται, ανεκπλήρωτος, στο χρόνο. Η αυτοκτονία του Κώστα Καρυωτάκη σημάδεψε βαθιά την ποίησή της Μαρίας Πολυδούρη, σημάδεψε και τη σύντομη ζωή της.

Όμως η Μαρία Πολυδούρη δεν ήταν μόνο αυτό που όλοι ξέρουμε: η σκιά ενός σημαντικού ποιητή και το θύμα ενός τραγικού έρωτα. Αμφισβήτησε στην πράξη τις κοινωνικές συμβάσεις της εποχής της που ήθελαν τις γυναίκες χαριτωμένα υποταγμένες και υπάκουες, έζησε έντονα, έσπασε στερεότυπα, προκάλεσε πολλές φορές τη συντηρητική κοινωνία της Αθήνας, ενδιαφερόταν για τις σημαντικές πολιτικές και ιστορικές εξελίξεις της εποχής της, ενημερωνόταν για τα νέα ρεύματα, γνώρισε σημαντικούς πνευματικούς ανθρώπους, όπως ο Άγγελος Σικελιανός, είχε τον θαυμασμό και την αποδοχή πολλών ομοτέχνων της και ακολούθησε έναν τρόπο ζωής κόντρα στο κατεστημένο.

Το 1928 η Μαρία Πολυδούρη αρρωσταίνει από φυματίωση και νοσηλεύεται στο νοσοκομείο Σωτηρία. Στις 29 Απριλίου, στα 28 του χρόνια, το χλωμό κορίτσι με τα μεγάλα μαύρα μάτια πεθαίνει.

Επιμέλεια – Παρουσίαση: Ειρήνη Λαλάκη