Κωνσταντίνος Καρεμφύλλης
00:00 - 01:00
Μαρία Μαρκοπούλου
01:00 - 03:00
Ηρακλής Ευστρατιάδης
03:00 - 05:00
Κωνσταντίνος Καρεμφύλλης
05:00 - 06:00
Δημοσιογραφικό Τμήμα
06:00 - 06:10
Μιχάλης Παπαευαγόρου, Νίτσα Παύλου, Χάρης Παναγιώτου, Ζωή Τηλεγράφου, Γιάννης Κωστακόπουλος, Χριστόφορος Νέστωρος, Μαρία Ηροδότου
06:10 - 07:00
Δημοσιογραφικό Τμήμα
07:00 - 07:05
Μιχάλης Παπαευαγόρου, Νίτσα Παύλου, Χάρης Παναγιώτου, Γιάννης Κωστακόπουλος, Ζωή Τηλεγράφου, Χριστόφορος Νέστωρος, Μαρία Ηροδότου
07:05 - 08:00
Δημοσιογραφικό Τμήμα
08:00 - 08:05
Μιχάλης Παπαευαγόρου, Χάρης Παναγιώτου, Νίτσα Παύλου, Ζωή Τηλεγράφου, Γιάννης Κωστακόπουλος, Μαρία Ηροδότου, Χριστόφορος Νέστωρος
08:05 - 08:30
Μιχάλης Παπαευαγόρου, Νίτσα Παύλου, Χάρης Παναγιώτου, Γιάννης Κωστακόπουλος, Ζωή Τηλεγράφου, Χριστόφορος Νέστωρος, Μαρία Ηροδότου
08:30 - 09:00
Δημοσιογραφικό Τμήμα
09:00 - 09:05
Μιχάλης Παπαευαγόρου, Νίτσα Παύλου, Χάρης Παναγιώτου, Γιάννης Κωστακόπουλος, Ζωή Τηλεγράφου, Χριστόφορος Νέστωρος, Μαρία Ηροδότου
09:05 - 10:00
Δημοσιογραφικό Τμήμα
10:00 - 10:10
Μαριάννα Γαλίδη
10:10 - 11:00
Δημοσιογραφικό Τμήμα
11:00 - 11:05
Μαριάννα Γαλίδη
11:05 - 12:00
Δημοσιογραφικό Τμήμα
12:00 - 12:05
Χρήστος Ζαβός
12:05 - 13:00
Δημοσιογραφικό Τμήμα
13:00 - 13:40
Πόλυς Χαραλάμπους, Χρήστος Ζαβός
13:40 - 15:00
Δημοσιογραφικό Τμήμα
15:00 - 15:05
Δημοσιογραφικό Τμήμα Deutsche Welle
15:05 - 15:15
Πανίκος Καρπέττας
15:15 - 16:00
Δημοσιογραφικό Τμήμα
16:00 - 16:05
Πανίκος Καρπέττας
16:05 - 17:00
Δημοσιογραφικό Τμήμα
17:00 - 17:10
Κωνσταντίνος Καρεμφύλλης
17:10 - 18:00
Δημοσιογραφικό Τμήμα
18:00 - 18:05
Χρήστος Ζαβός
18:05 - 18:10
Κωνσταντίνος Καρεμφύλλης
18:10 - 19:00
Δημοσιογραφικό Τμήμα
19:00 - 19:10
Φάνης Κρίγκος
19:10 - 22:00
Σώσης Θεοδοσίου
22:00 - 00:00
69 %
W
5.8 km/h
89 %
W
5.6 km/h
92 %
E
10.6 km/h
S
16.3 km/h
76 %
E
12.6 km/h
100 %
SW
16.6 km/h

Εκδοχές μιας Πολύχρωμης Ζωής: "Να φύγεις και να τους αφήσεις πίσω"

19:10 18.12.2017

Αναρωτιέσαι πόσες ακόμα γιορτές θα έχεις την ευκαιρία να ζήσεις στη ζωή σου και για πόσες αναμονές να αδημονείς. Ωραία αναμφίβολα η αναμονή των ωραίων. Αλλά για ποιο λόγο αλήθεια το ταξίδι προς την επιθυμία είναι πολλές φορές ανώτερο από την ίδια την πραγμάτωση της; Γιατί η αναμονή είναι κάποτε πιο γλυκιά από την έλευση; Ίσως γιατί η πικρή εμπειρία μιας προβλέψιμης κατά τα άλλα ζωής λέει πως μετά την πραγμάτωση θα έρθει η φθορά, η παρακμή, η εντροπία, το τέλος. Και γιατί η πραγμάτωση της επιθυμίας είναι σχεδόν πάντα και καταστροφή του αντικειμένου επιθυμίας. Τι είδους δημιουργικότητα επέρχεται σταθερά μέσα από το ανικανοποίητο; Όταν το τέλος του ονείρου δημιουργεί αμέσως το όνειρο που θα το διαδεχτεί;

Ξέρεις ότι στο μέτρο που επιθυμείς, που θέλεις, που βούλεσαι, που σχεδιάζεις, που ερωτεύεσαι, είσαι ακόμη ζωντανός. Και ότι δε ζεις, όταν υπολογίζεις, όταν επιβουλεύεσαι, όταν φθονείς την ζωή που θα ήθελες να έχεις, αλλά υπήρξες άτυχος, αδύναμος, λίγος, άτολμος και μικρός για να την έχεις. Όταν ζεις τη ζωή μέσω αντιπροσώπων (την οθόνη της τηλεόρασης ας πούμε) ή όταν διαμαρτύρεσαι διαρκώς για τη δυστυχία της ζωής σου, δίχως να κάνεις μία – έστω - κίνηση για να την αλλάξεις.

Βλέπεις από τη μια λοιπόν, αυτό που συνιστά την κυρίαρχη εικόνα της χώρας, της κοινωνίας και των ‘‘επιφανών’’ της, όλων αυτών που χρόνια τώρα ακκίζονται στο γυαλί ως σημαντικοί και θολώνουν τα μάτια των γελαστών παιδιών της: φτήνια, θόρυβος, γελοιότητα, εκδικητικότητα, ανέξοδη μαγκιά της μασημένης τσίχλας και όλα τα μπασμένα στην πίστα, για να μονοπωλήσουν το χορό που προφανώς και δεν είναι ζεϊμπέκικο αλλά ένα τσιφτετέλι διαρκείας. Ο κόρδακας των επιτυχημένων. Που λες ότι θα κρατήσει στον αιώνα τον απάντα και δεν θα γίνουμε άνθρωποι ποτέ σ’ αυτή τη χώρα και δε θα γίνουμε ποτέ ωραίοι σαν Έλληνες σ’ αυτό το κράτος. Κάθε λεπτό και μία παραβίαση για το καθετί. Κι ένας διαρκής βιασμός του μυαλού, της καρδιάς, της ψυχής. Κι από την άλλη ψάχνεις να βρεις τους θύλακες του νερού σ’ αυτό το σεληνιακό τοπίο, τις φυσαλίδες του αέρα στο βυθό, για να ανέβεις μαζί τους στην επιφάνεια, ψάχνεις τις ερημικές ατόλες που απέμειναν καθαρές από τη ραδιενέργεια αυτού του πυρηνικού χειμώνα.

Και τότε αποφασίζεις ότι θα πατήσεις επιτέλους το off στο γυαλί και θα βγεις έξω, στους μεγάλους δρόμους και τον αέρα που θα φυσάει επιτέλους. Στη βροχή που θα γίνει το νιψονανομηματαμημονανοψιν που αναζήτησες απεγνωσμένα στις κρήνες τις ζωής σου, ακόμα και αν λάξευσε οριστικά στην ψυχή σου εκείνη τη φουτουριστική αποστροφή: “all these moments will be lost in time, like tears in the rain”. Στον ήλιο που θα σε ζεστάνει με αγάπη για τη ζωή και έρωτα για το θαύμα της. ‘‘Στα πρόσωπα που αγάπησες και γίνανε θυρίδες στα σκοτάδια’’.

Τότε αποφασίζεις πως στη Γιορτή που έρχεται δε θέλεις πια να μπαίνεις στο ένα μαγαζί και να βγαίνεις από το άλλο, δε θέλεις να πιεις άλλους όρθιους καφέδες δίπλα στους χάιδες της πόλης με το μετρητοίς βλέμμα και τις πιστωτικές τσέπες, δε θέλεις τα διατακτικά ρεβεγιόν των αντιπροσώπων της ζωής σου, στην τηλεόραση. Μόνο να φύγεις, να πάρεις τους ανοιχτούς δρόμους με τραγούδια οξυγόνο στο αυτοκίνητο, με το Let Love In του Cave στα ηχεία και τον Ιωάννη Σεβαστιανό Μπαχ στην οροφή, να φύγεις και να έχεις ανοιχτά τα παράθυρα, για να μπαίνει το πρωινό ή το δειλινό του χειμώνα, τα σπαρμένα χωράφια, οι μοναχικές ελιές στα υψώματα, οι βοσκοί που κρυώνουν όρθιοι μ’ ένα ραδιόφωνο στα χέρια, τα αγάλματα στις πλατείες των ξεχασμένων χωριών, οι γέροι στα έρημα καφενεία. Να φύγεις και να βρεθείς σ’ ένα μοναχό χωριό στις πλαγιές του Βερμίου ή του Χολομώντα, σε μια παραλία, όπου η αρχαιότητα θα έχει τον ήχο του κύματος, την αφή της υγρής άμμου και τη μυρωδιά της θάλασσας. Να σταθείς σε μια ακτή στο Dunquin ή το Sagres, στο Cabo da Roca, στο Ortegal, στο Κερί, όπου θα συναντήσεις τον πατέρα Ωκεανό και τα ανεμόβροχα παιδιά του, να κατηφορίσεις τρέχοντας τα βουνά γύρω από το Salzburg, ‘‘εκεί νιώθεις ελευθερία, στα βουνά’’, να περπατάς ήσυχα στα στενά του St. Germain σφυρίζοντας τον ουρανό πάνω από το Παρίσι και ενοχλώντας τους μανιακούς δαίμονες του σύμπαντος.

Να φύγεις και να τους αφήσεις πίσω.

Και τη μέρα που θα ξημερώνει η γιορτή και αφού τα μεσάνυχτα διαβάσεις δυνατά Παπαδιαμάντη, Καρούζο, Ντίκινσον και Τσάτουιν, να ψάξεις μια ήσυχη εκκλησία, σε μια ανύποπτη πολίχνη, δίχως μεγάφωνα και άλλα εμπορικά και να ξημερώσεις μαθαίνοντας πως ‘‘υπάρχει ένα φως που δε σβήνει ποτέ’’.

 

Κωνσταντίνος Ν. Καρεμφύλλης